find a verb...βρες ένα ρήμα
ντύνομαι , I dress , vestirsi
Present (Ενεστώτας)
ντύνομαι/ντύνεσαι/ντύνεται/ ντυνόμαστε/ντυνόσαστε/ντύνονται
Imperfect (Παρατατικός)
ντυνόμουν(α)/ντυνόσουν(α)/ντυνόταν(ε)/ ντυνόμασταν/ντυνόσασταν/ντύνονταν
Aorist (Αόριστος)
ντύθηκα/ντύθηκες/ντύθηκε/ ντυθήκαμε/ντυθήκατε/ντύθηκαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω ντυθεί/έχεις ντυθεί/έχει ντυθεί/ έχουμε ντυθεί/έχετε ντυθεί/έχουν ντυθεί
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα ντυθεί/είχες ντυθεί/είχε ντυθεί/ είχαμε ντυθεί/είχατε ντυθεί/είχαν ντυθεί
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα ντύνομαι/θα ντύνεσαι/θα ντύνεται/ θα ντυνόμαστε/θα ντυνόσαστε/θα ντύνονται
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα ντυθώ/θα ντυθείς/θα ντυθεί/ θα ντυθούμε/θα ντυθείτε/θα ντυθούν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω ντυθεί/θα έχεις ντυθεί/θα έχει ντυθεί/ θα έχουμε ντυθεί/θα έχετε ντύσει/θα έχουν ντυθεί
Conditional
θα ντυνόμουν(α)/θα ντυνόσουν(α)/θα ντυνόταν(ε)/ θα ντυνόμασταν/θα ντυνόσασταν/θα ντύνονταν
Subjunctive Present
να ντύνομαι/να ντύνεσαι/να ντύνεται/ να ντυνόμαστε/να ντυνόσαστε/να ντύνονται
Subjunctive Aorist
να ντυθώ/να ντυθείς/να ντυθεί/ να ντυθούμε/να ντυθείτε/να ντυθούν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω ντυθεί/να έχεις ντυθεί/να έχει ντυθεί/ να έχουμε ντυθεί/να έχετε ντυθεί/να έχουν ντυθεί
Imperative Present
--/ντύνεστε
Imperative Aorist
ντύσου/ντυθείτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
ντυθεί
νομίζω , I think , pensare
Present (Ενεστώτας)
νομίζω/νομίζεις/νομίζει/νομίζουμε/νομίζετε/νομίζουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
νόμιζα/νόμιζες/νόμιζε/νομίζαμε/νομίζατε/νόμιζαν, νομίζαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
νόμισα/νόμισες/νόμισε/νομίσαμε/νομίσατε/νόμισαν, νομίσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω νομίσει/έχεις νομίσει/έχει νομίσει/έχουμε νομίσει/έχετε νομίσει/έχουν νομίσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα νομίσει/είχες νομίσει/είχε νομίσει/είχαμε νομίσει/είχατε νομίσει/είχαν νομίσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα νομίζω/θα νομίζεις/θα νομίζει/θα νομίζουμε/θα νομίζετε/θα νομίζουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα νομίσω/θα νομίσεις/θα νομίσει/θα νομίσουμε/θα νομίσετε/θα νομίσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω νομίσει/θα έχεις νομίσει/θα έχει νομίσει/θα έχουμε νομίσει/θα έχετε νομίσει/θα έχουν νομίσει
Conditional
θα νόμιζα/θα νόμιζες/θα νόμιζε/θα νομίζαμε/θα νομίζατε/θα νόμιζαν, νομίζαν(ε)
Subjunctive Present
να νομίζω/να νομίζεις/να νομίζει/να νομίζουμε/να νομίζετε/να νομίζουν(ε)
Subjunctive Aorist
να νομίσω/να νομίσεις/να νομίσει/να νομίσουμε/να νομίσετε/να νομίσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω νομίσει/να έχεις νομίσει/να έχει νομίσει/να έχουμε νομίσει/να έχετε νομίσει/να έχουν νομίσει
Imperative Present
νόμιζε/νομίζετε
Imperative Aorist
νόμισε/νομίσετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
νομίσει
Present Participle
νομίζοντας