find a verb...βρες ένα ρήμα
ζωγραφίζω , I paint , pitturare
Active Voice (Ενεργητική φωνή)
Present (Ενεστώτας)
ζωγραφίζω/ζωγραφίζεις/ζωγραφίζει/ζωγραφίζουμε/ζωγραφίζετε/ζωγραφίζουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
ζωγράφιζα/ζωγράφιζες/ζωγράφιζε/ζωγραφίζαμε/ζωγραφίζατε/ζωγράφιζαν
Aorist (Αόριστος)
ζωγράφισα/ζωγράφισες/ζωγράφισε/ζωγραφίσαμε/ζωγραφίσατε/ζωγράφισαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω ζωγραφίσει/έχεις ζωγραφίσει/έχει ζωγραφίσει/έχουμε ζωγραφίσει/έχετε ζωγραφίσει/έχουν ζωγραφίσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα ζωγραφίσει/είχες ζωγραφίσει/είχε ζωγραφίσει/είχαμε ζωγραφίσει/είχατε ζωγραφίσει/είχαν ζωγραφίσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα ζωγραφίζω/θα ζωγραφίζεις/θα ζωγραφίζει/θα ζωγραφίζουμε/θα ζωγραφίζετε/θα ζωγραφίζουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα ζωγραφίσω/θα ζωγραφίσεις/θα ζωγραφίσει/θα ζωγραφίσουμε/θα ζωγραφίσετε/θα ζωγραφίσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω ζωγραφίσει/θα έχεις ζωγραφίσει/θα έχει ζωγραφίσει/θα έχουμε ζωγραφίσει/θα έχετε ζωγραφίσει/θα έχουν ζωγραφίσει
Conditional
θα ζωγράφιζα/θα ζωγράφιζες/θα ζωγράφιζε/θα ζωγραφίζαμε/θα ζωγραφίζατε/θα ζωγράφιζαν
Subjunctive Present
να ζωγραφίζω/να ζωγραφίζεις/να ζωγραφίζει/να ζωγραφίζουμε/να ζωγραφίζετε/να ζωγραφίζουν(ε)
Subjunctive Aorist
να ζωγραφίσω/να ζωγραφίσεις/να ζωγραφίσει/να ζωγραφίσουμε/να ζωγραφίσετε/να ζωγραφίσουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω ζωγραφίσει/να έχεις ζωγραφίσει/να έχει ζωγραφίσει/να έχουμε ζωγραφίσει/να έχετε ζωγραφίσει/να έχουν ζωγραφίσει
Imperative Present
ζωγράφιζε/ζωγραφίζετε
Imperative Aorist
ζωγράφισε/ζωγραφίστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
ζωγραφίσει
Present Participle
ζωγραφίζοντας
ζω , I live , vivere
Active Voice (Ενεργητική φωνή)
Present (Ενεστώτας)
ζω/ζεις/ζει/ζούμε/ζείτε/ζούν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
ζούσα/ζούσες/ζούσε/ζούσαμε/ζούσατε/ζούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
έζησα/έζησες/έζησε/ζήσαμε/ζήσατε/έζησαν, ζήσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω ζήσει/έχεις ζήσει/έχει ζήσει/έχουμε ζήσει/έχετε ζήσει/έχουν ζήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα ζήσει/είχες ζήσει/είχε ζήσει/είχαμε ζήσει/είχατε ζήσει/είχαν ζήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα ζω/θα ζεις/θα ζει/θα ζούμε/θα ζείτε/θα ζουν, ζούνε
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα ζήσω/θα ζήσεις/θα ζήσει/θα ζήσουμε/θα ζήσετε/θα ζήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω ζήσει/θα έχεις ζήσει/θα έχει ζήσει/θα έχουμε ζήσει/θα έχετε ζήσει/θα έχουν ζήσει
Conditional
θα ζούσα/θα ζούσες/θα ζούσε/θα ζούσαμε/θα ζούσατε/θα ζούσαν(ε)
Subjunctive Present
να ζω/να ζεις/να ζει/να ζούμε/να ζείτε/να ζουν, ζούνε
Subjunctive Aorist
να ζήσω/να ζήσεις/να ζήσει/να ζήσουμε/να ζήσετε/να ζήσουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω ζήσει/να έχεις ζήσει/να έχει ζήσει/να έχουμε ζήσει/να έχετε ζήσει/να έχουν ζήσει
Imperative Present
--/ ζείτε
Imperative Aorist
ζήσε/ζήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
ζήσει
Present Participle
ζώντας