Γ-γ
γίνομαι , I become , diventare
γνωρίζω , I know , sapere
γράφω , I write , scrivere
γεννιέμαι , -- , nascere
Present (Ενεστώτας)
γεννιέμαι/γεννιέσαι/γεννιέται/ γεννιόμαστε/γεννιόσαστε/γεννιούνται
Imperfect (Παρατατικός)
γεννιόμουν(α)/γεννιόσουν(α)/γεννιόταν(ε)/ γεννιόμασταν/γεννιόσασταν/γεννιούνταν
Aorist (Αόριστος)
γεννήθηκα/γεννήθηκες/γεννήθηκε/ γεννηθήκαμε/γεννηθήκατε/γεννήθηκαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω γεννηθεί/έχεις γεννηθεί/έχει γεννηθεί/ έχουμε γεννηθεί/έχετε γεννηθεί/έχουν γεννηθεί
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα γεννηθεί/είχες γεννηθεί/είχε γεννηθεί/ είχαμε γεννηθεί/είχατε γεννηθεί/είχαν γεννηθεί
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα γεννιέμαι/θα γεννιέσαι/θα γεννιέται/ θα γεννιόμαστε/θα γεννιόσαστε/θα γεννιούνται
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα γεννηθώ/θα γεννηθείς/θα γεννηθεί/ θα γεννηθούμε/θα γεννηθείτε/θα γεννηθούν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω γεννηθεί/θα έχεις γεννηθεί/θα έχει γεννηθεί/ θα έχουμε γεννηθεί/θα έχετε γεννηθεί/θα έχουν γεννηθεί
Conditional
θα γεννιόμουν(α)/θα γεννιόσουν(α)/θα γεννιόταν(ε)/ θα γεννιόμασταν/θα γεννιόσασταν/θα γεννιούνταν
Subjunctive Present
να γεννιέμαι/να γεννιέσαι/να γεννιέται/ να γεννιόμαστε/να γεννιόσαστε/να γεννιούνται
Subjunctive Aorist
να γεννηθώ/να γεννηθείς/να γεννηθεί/ να γεννηθούμε/να γεννηθείτε/να γεννηθούν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω γεννηθεί/να έχεις γεννηθεί/να έχει γεννηθεί/ να έχουμε γεννηθεί/να έχετε γεννηθεί/να έχουν γεννηθεί
Imperative Present
--/γεννιέστε
Imperative Aorist
γεννήσου/γεννηθείτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
γεννηθεί
γνωρίζω , I know , sapere
Active Voice (Ενεργητική φωνή)
Present (Ενεστώτας)
γνωρίζω/γνωρίζεις/γνωρίζει/γνωρίζουμε/γνωρίζετε/γνωρίζουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
γνώριζα/γνώριζες/γνώριζε/γνωρίζαμε/γνωρίζατε/γνώριζαν, γνωρίζαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
γνώρισα/γνώρισες/γνώρισε/γνωρίσαμε/γνωρίσατε/γνώρισαν, γνωρίσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω γνωρίσει/έχεις γνωρίσει/έχει γνωρίσει/έχουμε γνωρίσει/έχετε γνωρίσει/έχουν γνωρίσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα γνωρίσει/είχες γνωρίσει/είχε γνωρίσει/είχαμε γνωρίσει/είχατε γνωρίσει/είχαν γνωρίσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα γνωρίζω/θα γνωρίζεις/θα γνωρίζει/θα γνωρίζουμε/θα γνωρίζετε/θα γνωρίζουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα γνωρίσω/θα γνωρίσεις/θα γνωρίσει/θα γνωρίσουμε/θα γνωρίσετε/θα γνωρίσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω γνωρίσει/θα έχεις γνωρίσει/θα έχει γνωρίσει/θα έχουμε γνωρίσει/θα έχετε γνωρίσει/θα έχουν γνωρίσει
Conditional
θα γνώριζα/θα γνώριζες/θα γνώριζε/θα γνωρίζαμε/θα γνωρίζατε/θα γνώριζαν, γνωρίζαν(ε)
Subjunctive Present
να γνωρίζω/να γνωρίζεις/να γνωρίζει/να γνωρίζουμε/να γνωρίζετε/να γνωρίζουν(ε)
Subjunctive Aorist
να γνωρίσω/να γνωρίσεις/να γνωρίσει/να γνωρίσουμε/να γνωρίσετε/να γνωρίσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω γνωρίσει/να έχεις γνωρίσει/να έχει γνωρίσει/να έχουμε γνωρίσει/να έχετε γνωρίσει/να έχουν γνωρίσει
Imperative Present
γνώριζε/γνωρίζετε
Imperative Aorist
γνώρισε/γνωρίστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
γνωρίσει
Present Participle
γνωρίζοντας
γράφω , I write , scrivere
Active Voice (Ενεργητική φωνή)
Present (Ενεστώτας)
γράφω/γράφεις/γράφει/γράφουμε/γράφετε/γράφουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έγραφα/έγραφες/έγραφε/γράφαμε/γράφατε/γράφαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
έγραψα/έγραψες/έγραψε/γράψαμε/γράψατε/γράψαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω γράψει/έχεις γράψει/έχει γράψει/έχουμε γράψει/έχετε γράψει/έχουν γράψει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα γράψει/είχες γράψει/είχε γράψει/είχαμε γράψει/είχατε γράψει/είχαν γράψει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα γράφω/θα γράφεις/θα γράφει/θα γράφουμε/θα γράφετε/θα γράφουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα γράψω/θα γράψεις/θα γράψει/θα γράψουμε/θα γράψετε/θα γράψουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω γράψει/θα έχεις γράψει/θα έχει γράψει/θα έχουμε γράψει/θα έχετε γράψει/θα έχουν γράψει
Conditional
θα έγραφα/θα έγραφες/θα έγραφε/θα γράφαμε/θα γράφατε/θα γράφαν(ε)
Subjunctive Present
να γράφω/να γράφεις/να γράφει/να γράφουμε/να γράφετε/να γράφουν(ε)
Subjunctive Aorist
να γράψω/να γράψεις/να γράψει/να γράψουμε/να γράψετε/να γράψουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω γράψει/να έχεις γράψει/να έχει γράψει/να έχουμε γράψει/να έχετε γράψει/να έχουν γράψει
Imperative Present
γράφε/γράφετε
Imperative Aorist
γράψε/γράψτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
γράψει
Present Participle
γράφοντας
γίνομαι , I become , diventare
Present (Ενεστώτας)
γίνομαι/γίνεσαι/γίνεται/γινόμαστε/γινόσαστε/γίνονται
Imperfect (Παρατατικός)
γινόμουν(α)/γινόσουν(α)/γινόταν(ε)/γινόμασταν/γινόσασταν/γινόντουσαν
Aorist (Αόριστος)
έγινα/έγινες/έγινε/γίναμε/γίνατε/έγιναν, γίναν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω γίνει/έχεις γίνει/έχει γίνει/έχουμε γίνει/έχετε γίνει/έχουν γίνει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα γίνει/είχες γίνει/είχε γίνει/είχαμε γίνει/είχατε γίνει/είχαν γίνει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα γίνομαι/θα γίνεσαι/θα γίνεται/θα γινόμαστε/θα γινόσαστε/θα γίνονται
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα γίνω/θα γίνεις/θα γίνει/θα γίνουμε/θα γίνετε/θα γίνουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω γίνει/θα έχεις γίνει/θα έχει γίνει/θα έχουμε γίνει/θα έχετε γίνει/θα έχουν γίνει
Conditional
θα γινόμουν(α)/θα γινόσουν(α)/θα γινόταν(ε)/θα γινόμασταν/θα γινόσασταν/θα γινόντουσαν
Subjunctive Present
να γίνομαι/να γίνεσαι/να γίνεται/να γινόμαστε/να γινόσαστε/να γίνονται
Subjunctive Aorist
να γίνω/να γίνεις/να γίνει/να γίνουμε/να γίνετε/να γίνουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω γίνει/να έχεις γίνει/να έχει γίνει/να έχουμε γίνει/να έχετε γίνει/να έχουν γίνει
Imperative Present
--/ γίνεστε
Imperative Aorist
γίνε/γίνετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
γίνει