find a verb...βρες ένα ρήμα
Π-π
παίρνω , I get , prendere
παρακαλώ , I please(beg , request)
παρακολουθάω(παρακολουθώ) , I follow , seguire
πάω - πηγαίνω , I go , andare
πεθαίνω , I die , morire
περιμένω , I wait , aspettare
περπατάω(περπατώ) , I walk , camminare
πετάω(πετώ) , I fly , volare
πέφτω , I fall , cadere
πίνω , I drink , bere
πιστεύω , I believe , credere
πλένω , I wash , lavare
πληρώνω , I pay , pagare
πουλάω(πουλώ) , I sell , vendere
πρέπει , I must , dovere
προτιμάω(προτιμώ) , I prefer , preferire
παρακαλώ , I please(beg , request)
Παρακαλώ, ησυχία. Εδώ είναι νοσοκομείο.
Σε παρακαλώ να με ακούσεις για τελευταία φορά.
Με παρακαλούσε γονατιστή. Όμως δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Είχαν όλα τελειώσει.
πετάω(πετώ) , I fly , volare , летя
πέφτω , I fall , cadere
Present (Ενεστώτας)
πέφτω/πέφτεις/πέφτει/ πέφτουμε/πέφτετε/πέφτουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έπεφτα/έπεφτες/έπεφτε/ πέφταμε/πέφτατε/έπεφταν
Aorist (Αόριστος)
έπεσα/έπεσες/έπεσε/ πέσαμε/πέσατε/έπεσαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πέσει/έχεις πέσει/έχει πέσει/ έχουμε πέσει/έχετε πέσει/έχουν πέσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πέσει/είχες πέσει/είχε πέσει/ είχαμε πέσει/είχατε πέσει/είχαν πέσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πέφτω/θα πέφτεις/θα πέφτει/ θα πέφτουμε/θα πέφτετε/θα πέφτουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πέσω/θα πέσεις/θα πέσει/ θα πέσουμε/θα πέσετε/θα πέσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πέσει/θα έχεις πέσει/θα έχει πέσει/ θα έχουμε πέσει/θα έχετε πέσει/θα έχουν πέσει
Conditional
θα έπεφτα/θα έπεφτες/θα έπεφτε/ θα πέφταμε/θα πέφτατε/θα έπεφταν
Subjunctive Present
να πέφτω/να πέφτεις/να πέφτει/ να πέφτουμε/να πέφτετε/να πέφτουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πέσω/να πέσεις/να πέσει/ να πέσουμε/να πέσετε/να πέσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πέσει/να έχεις πέσει/να έχει πέσει/ να έχουμε πέσει/να έχετε πέσει/να έχουν πέσει
Imperative Present
πέφτε/πέφτετε
Imperative Aorist
πέσε/πέστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πέσει
Present Participle
πέφτοντας
πλένω , I wash , lavare
Present (Ενεστώτας)
πλένω/πλένεις/πλένει/ πλένουμε/πλένετε/πλένουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έπλενα/έπλενες/έπλενε/ πλέναμε/πλένατε/έπλεναν
Aorist (Αόριστος)
έπλυνα/έπλυνες/έπλυνε/ πλύναμε/πλύνατε/έπλυναν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πλύνει/έχεις πλύνει/έχει πλύνει/ έχουμε πλύνει/έχετε πλύνει/έχουν πλύνει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πλύνει/είχες πλύνει/είχε πλύνει/ είχαμε πλύνει/είχατε πλύνει/είχαν πλύνει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πλένω/θα πλένεις/θα πλένει/ θα πλένουμε/θα πλένετε/θα πλένουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πλύνω/θα πλύνεις/θα πλύνει/ θα πλύνουμε/θα πλύνετε/θα πλύνουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πλύνει/θα έχεις πλύνει/θα έχει πλύνει/ θα έχουμε πλύνει/θα έχετε πλύνει/θα έχουν πλύνει
Conditional
θα έπλενα/θα έπλενες/θα έπλενε/ θα πλέναμε/θα πλένατε/θα έπλεναν
Subjunctive Present
να πλένω/να πλένεις/να πλένει/ να πλένουμε/να πλένετε/να πλένουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πλύνω/να πλύνεις/να πλύνει/ να πλύνουμε/να πλύνετε/να πλύνουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πλύνει/να έχεις πλύνει/να έχει πλύνει/ να έχουμε πλύνει/να έχετε πλύνει/να έχουν πλύνει
Imperative Present
πλένε/πλένετε
Imperative Aorist
πλύνε/πλύνετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πλύνει
Present Participle
πλένοντας
πουλάω(πουλώ) , I sell , vendere
Present (Ενεστώτας)
πουλάω, πουλώ/πουλάς/πουλάει, πουλά/ πουλάμε/πουλάτε/πουλάν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
πουλούσα/πουλούσες/πουλούσε/ πουλούσαμε/πουλούσατε/πουλούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
πούλησα/πούλησες/πούλησε/ πουλήσαμε/πουλήσατε/πούλησαν, πουλήσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πουλήσει/έχεις πουλήσει/έχει πουλήσει/ έχουμε πουλήσει/έχετε πουλήσει/έχουν πουλήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πουλήσει/είχες πουλήσει/είχε πουλήσει/ είχαμε πουλήσει/είχατε πουλήσει/είχαν πουλήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πουλάω, πουλώ/θα πουλάς/θα πουλάει, πουλά/ θα πουλάμε/θα πουλάτε/θα πουλάν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πουλήσω/θα πουλήσεις/θα πουλήσει/ θα πουλήσουμε/θα πουλήσετε/θα πουλήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πουλήσει/θα έχεις πουλήσει/θα έχει πουλήσει/ θα έχουμε πουλήσει/θα έχετε πουλήσει/θα έχουν πουλήσει
Conditional
θα πουλούσα/θα πουλούσες/θα πουλούσε/ θα πουλούσαμε/θα πουλούσατε/θα πουλούσαν(ε)
Subjunctive Present
να πουλάω, πουλώ/να πουλάς/να πουλάει, πουλά/ να πουλάμε/να πουλάτε/να πουλάν(ε)
Subjunctive Aorist
να πουλήσω/να πουλήσεις/να πουλήσει/ να πουλήσουμε/να πουλήσετε/να πουλήσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πουλήσει/να έχεις πουλήσει/να έχει πουλήσει/ να έχουμε πουλήσει/να έχετε πουλήσει/να έχουν πουλήσει
Imperative Present
πούλα/πουλάτε
Imperative Aorist
πούλησε/πουλήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πουλήσει
Present Participle
πουλώντας
περπατάω(περπατώ) , I walk , camminare
Present (Ενεστώτας)
περπατάω, περπατώ/περπατάς/περπατάει, περπατά/ περπατάμε/περπατάτε/περπατάν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
περπατούσα/περπατούσες/περπατούσε/ περπατούσαμε/περπατούσατε/περπατούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
περπάτησα/περπάτησες/περπάτησε/ περπατήσαμε/περπατήσατε/περπάτησαν, περπατήσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω περπατήσει/έχεις περπατήσει/έχει περπατήσει/ έχουμε περπατήσει/έχετε περπατήσει/έχουν περπατήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα περπατήσει/είχες περπατήσει/είχε περπατήσει/ είχαμε περπατήσει/είχατε περπατήσει/είχαν περπατήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα περπατάω, περπατώ/θα περπατάς/θα περπατάει, περπατά/ θα περπατάμε/θα περπατάτε/θα περπατάν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα περπατήσω/θα περπατήσεις/θα περπατήσει/ θα περπατήσουμε/θα περπατήσετε/θα περπατήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω περπατήσει/θα έχεις περπατήσει/θα έχει περπατήσει/ θα έχουμε περπατήσει/θα έχετε περπατήσει/θα έχουν περπατήσει
Conditional
θα περπατούσα/θα περπατούσες/θα περπατούσε/ θα περπατούσαμε/θα περπατούσατε/θα περπατούσαν(ε)
Subjunctive Present
να περπατάω, περπατώ/να περπατάς/να περπατάει, περπατά/ να περπατάμε/να περπατάτε/να περπατάν(ε)
Subjunctive Aorist
να περπατήσω/να περπατήσεις/να περπατήσει/ να περπατήσουμε/να περπατήσετε/να περπατήσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω περπατήσει/να έχεις περπατήσει/να έχει περπατήσει/ να έχουμε περπατήσει/να έχετε περπατήσει/να έχουν περπατήσει
Imperative Present
περπάτα/περπατάτε
Imperative Aorist
περπάτησε/περπατήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
περπατήσει
Present Participle
περπατώντας
πληρώνω , I pay , pagare
Present (Ενεστώτας)
πληρώνω/πληρώνεις/πληρώνει/ πληρώνουμε/πληρώνετε/πληρώνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
πλήρωνα/πλήρωνες/πλήρωνε/ πληρώναμε/πληρώνατε/πλήρωναν, πληρώναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
πλήρωσα/πλήρωσες/πλήρωσε/ πληρώσαμε/πληρώσατε/πλήρωσαν, πληρώσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πληρώσει/έχεις πληρώσει/έχει πληρώσει/ έχουμε πληρώσει/έχετε πληρώσει/έχουν πληρώσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πληρώσει/είχες πληρώσει/είχε πληρώσει/ είχαμε πληρώσει/είχατε πληρώσει/είχαν πληρώσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πληρώνω/θα πληρώνεις/θα πληρώνει/ θα πληρώνουμε/θα πληρώνετε/θα πληρώνουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πληρώσω/θα πληρώσεις/θα πληρώσει/ θα πληρώσουμε/θα πληρώσετε/θα πληρώσουν
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πληρώσει/θα έχεις πληρώσει/θα έχει πληρώσει/ θα έχουμε πληρώσει/θα έχετε πληρώσει/θα έχουν πληρώσει
Conditional
θα πλήρωνα/θα πλήρωνες/θα πλήρωνε/ θα πληρώναμε/θα πληρώνατε/θα πλήρωναν, πληρώναν(ε)
Subjunctive Present
να πληρώνω/να πληρώνεις/να πληρώνει/ να πληρώνουμε/να πληρώνετε/να πληρώνουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πληρώσω/να πληρώσεις/να πληρώσει/ να πληρώσουμε/να πληρώσετε/να πληρώσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πληρώσει/να έχεις πληρώσει/να έχει πληρώσει/ να έχουμε πληρώσει/να έχετε πληρώσει/να έχουν πληρώσει
Imperative Present
πλήρωνε/πληρώνετε
Imperative Aorist
πλήρωσε/πληρώστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πληρώσει
Present Participle
πληρώνοντας
πεθαίνω , I die , morire
Present (Ενεστώτας)
πεθαίνω/πεθαίνεις/πεθαίνει/ πεθαίνουμε/πεθαίνετε/πεθαίνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
πέθαινα/πέθαινες/πέθαινε/ πεθαίναμε/πεθαίνατε/πέθαιναν, πεθαίναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
πέθανα/πέθανες/πέθανε/ πεθάναμε/πεθάνατε/πέθαναν, πεθάναν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πεθάνει/έχεις πεθάνει/έχει πεθάνει/ έχουμε πεθάνει/έχετε πεθάνει/έχουν πεθάνει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πεθάνει/είχες πεθάνει/είχε πεθάνει/ είχαμε πεθάνει/είχατε πεθάνει/είχαν πεθάνει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πεθαίνω/θα πεθαίνεις/θα πεθαίνει/ θα πεθαίνουμε/θα πεθαίνετε/θα πεθαίνουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πεθάνω/θα πεθάνεις/θα πεθάνει/ θα πεθάνουμε/θα πεθάνετε/θα πεθάνουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πεθάνει/θα έχεις πεθάνει/θα έχει πεθάνει/ θα έχουμε πεθάνει/θα έχετε πεθάνει/θα έχουν πεθάνει
Conditional
θα πέθαινα/θα πέθαινες/θα πέθαινε/ θα πεθαίναμε/θα πεθαίνατε/θα πέθαιναν, πεθαίναν(ε)
Subjunctive Present
να πεθαίνω/να πεθαίνεις/να πεθαίνει/ να πεθαίνουμε/να πεθαίνετε/να πεθαίνουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πεθάνω/να πεθάνεις/να πεθάνει/ να πεθάνουμε/να πεθάνετε/να πεθάνουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πεθάνει/να έχεις πεθάνει/να έχει πεθάνει/ να έχουμε πεθάνει/να έχετε πεθάνει/να έχουν πεθάνει
Imperative Present
πέθαινε/πεθαίνετε
Imperative Aorist
πέθανε/πεθάνετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πεθάνει
Present Participle
πεθαίνοντας
παρακολουθάω(παρακολουθώ) , I follow , seguire
Present (Ενεστώτας)
παρακολουθώ, παρακολουθάω/παρακολουθείς/παρακολουθεί/ παρακολουθούμε/παρακολουθείτε/παρακολουθούν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
παρακολουθούσα/παρακολουθούσες/παρακολουθούσε/ παρακολουθούσαμε/παρακολουθούσατε/παρακολουθούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
παρακολούθησα/παρακολούθησες/παρακολούθησε/ παρακολουθήσαμε/παρακολουθήσατε/παρακολούθησαν, παρακολουθήσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω παρακολουθήσει/έχεις παρακολουθήσει/έχει παρακολουθήσει/ έχουμε παρακολουθήσει/έχετε παρακολουθήσει/έχουν παρακολουθήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα παρακολουθήσει/είχες παρακολουθήσει/είχε παρακολουθήσει/ είχαμε παρακολουθήσει/είχατε παρακολουθήσει/είχαν παρακολουθήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα παρακολουθώ/θα παρακολουθείς/θα παρακολουθεί/ θα παρακολουθούμε/θα παρακολουθείτε/θα παρακολουθούν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα παρακολουθήσω/θα παρακολουθήσεις/θα παρακολουθήσει/ θα παρακολουθήσουμε/θα παρακολουθήσετε/θα παρακολουθήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω παρακολουθήσει/θα έχεις παρακολουθήσει/θα έχει παρακολουθήσει/ θα έχουμε παρακολουθήσει/θα έχετε παρακολουθήσει/θα έχουν παρακολουθήσει
Conditional
θα παρακολουθούσα/θα παρακολουθούσες/θα παρακολουθούσε/ θα παρακολουθούσαμε/θα παρακολουθούσατε/θα παρακολουθούσαν(ε)
Subjunctive Present
να παρακολουθώ/να παρακολουθείς/να παρακολουθεί/ να παρακολουθούμε/να παρακολουθείτε/να παρακολουθούν(ε)
Subjunctive Aorist
να παρακολουθήσω/να παρακολουθήσεις/να παρακολουθήσει/ να παρακολουθήσουμε/να παρακολουθήσετε/να παρακολουθήσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω παρακολουθήσει/να έχεις παρακολουθήσει/να έχει παρακολουθήσει/ να έχουμε παρακολουθήσει/να έχετε παρακολουθήσει/να έχουν παρακολουθήσει
Imperative Present
--/παρακολουθείτε
Imperative Aorist
παρακολούθησε/παρακολουθήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
παρακολουθήσει
Present Participle
παρακολουθώντας
προτιμάω(προτιμώ) , I prefer , preferire
Present (Ενεστώτας)
προτιμάω, προτιμώ/προτιμάς/προτιμάει, προτιμά/ προτιμάμε/προτιμάτε/προτιμάν(ε), προτιμούν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
προτιμούσα/προτιμούσες/προτιμούσε, προτίμαγε/ προτιμούσαμε/προτιμούσατε/προτιμούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
προτίμησα/προτίμησες/προτίμησε/ προτιμήσαμε/προτιμήσατε/προτίμησαν, προτιμήσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω προτιμήσει/έχεις προτιμήσει/έχει προτιμήσει/ έχουμε προτιμήσει/έχετε προτιμήσει/έχουν προτιμήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα προτιμήσει/είχες προτιμήσει/είχε προτιμήσει/ είχαμε προτιμήσει/είχατε προτιμήσει/είχαν προτιμήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα προτιμάω, προτιμώ/θα προτιμάς/θα προτιμάει, προτιμά/ θα προτιμάμε/θα προτιμάτε/θα προτιμάν(ε), προτιμούν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα προτιμήσω/θα προτιμήσεις/θα προτιμήσει/ θα προτιμήσουμε/θα προτιμήσετε/θα προτιμήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω προτιμήσει/θα έχεις προτιμήσει/θα έχει προτιμήσει/ θα έχουμε προτιμήσει/θα έχετε προτιμήσει/θα έχουν προτιμήσει
Conditional
θα προτιμούσα/θα προτιμούσες/θα προτιμούσε, προτίμαγε/ θα προτιμούσαμε/θα προτιμούσατε/θα προτιμούσαν(ε)
Subjunctive Present
να προτιμάω, προτιμώ/να προτιμάς/να προτιμάει, προτιμά/ να προτιμάμε/να προτιμάτε/να προτιμάν(ε), προτιμούν(ε)
Subjunctive Aorist
να προτιμήσω/να προτιμήσεις/να προτιμήσει/ να προτιμήσουμε/να προτιμήσετε/να προτιμήσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω προτιμήσει/να έχεις προτιμήσει/να έχει προτιμήσει/ να έχουμε προτιμήσει/να έχετε προτιμήσει/να έχουν προτιμήσει
Imperative Present
προτίμα/προτιμάτε
Imperative Aorist
προτίμησε/προτιμήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
προτιμήσει
Present Participle
προτιμώντας
πιστεύω , I believe , credere
Present (Ενεστώτας)
πιστεύω/πιστεύεις/πιστεύει/ πιστεύουμε/πιστεύετε/πιστεύουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
πίστευα/πίστευες/πίστευε/ πιστεύαμε/πιστεύατε/πίστευαν, πιστεύαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
πίστεψα/πίστεψες/πίστεψε/ πιστέψαμε/πιστέψατε/πίστεψαν, πιστέψαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πιστέψει/έχεις πιστέψει/έχει πιστέψει/ έχουμε πιστέψει/έχετε πιστέψει/έχουν πιστέψει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πιστέψει/είχες πιστέψει/είχε πιστέψει/ είχαμε πιστέψει/είχατε πιστέψει/είχαν πιστέψει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πιστεύω/θα πιστεύεις/θα πιστεύει/ θα πιστεύουμε/θα πιστεύετε/θα πιστεύουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πιστέψω/θα πιστέψεις/θα πιστέψει/ θα πιστέψουμε/θα πιστέψετε/θα πιστέψουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πιστέψει/θα έχεις πιστέψει/θα έχει πιστέψει/ θα έχουμε πιστέψει/θα έχετε πιστέψει/θα έχουν πιστέψει
Conditional
θα πίστευα/θα πίστευες/θα πίστευε/ θα πιστεύαμε/θα πιστεύατε/θα πίστευαν, πιστεύαν(ε)
Subjunctive Present
να πιστεύω/να πιστεύεις/να πιστεύει/ να πιστεύουμε/να πιστεύετε/να πιστεύουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πιστέψω/να πιστέψεις/να πιστέψει/ να πιστέψουμε/να πιστέψετε/να πιστέψουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πιστέψει/να έχεις πιστέψει/να έχει πιστέψει/ να έχουμε πιστέψει/να έχετε πιστέψει/να έχουν πιστέψει
Imperative Present
πίστευε/πιστεύετε
Imperative Aorist
πίστεψε/πιστέψτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πιστέψει
Present Participle
πιστεύοντας
παίζω , I play , giocare
Present (Ενεστώτας)
παίζω/παίζεις/παίζει/ παίζουμε/παίζετε/παίζουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έπαιζα/έπαιζες/έπαιζε/ παίζαμε/παίζατε/έπαιζαν, παίζαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
έπαιξα/έπαιξες/έπαιξε/ παίξαμε/παίξατε/έπαιξαν, παίξαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω παίξει/έχεις παίξει/έχει παίξει/ έχουμε παίξει/έχετε παίξει/έχουν παίξει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα παίξει/είχες παίξει/είχε παίξει/ είχαμε παίξει/είχατε παίξει/είχαν παίξει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα παίζω/θα παίζεις/θα παίζει/ θα παίζουμε/θα παίζετε/θα παίζουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα παίξω/θα παίξεις/θα παίξει/ θα παίξουμε/θα παίξετε/θα παίξουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω παίξει/θα έχεις παίξει/θα έχει παίξει/ θα έχουμε παίξει/θα έχετε παίξει/θα έχουν παίξει
Conditional
θα έπαιζα/θα έπαιζες/θα έπαιζε/ θα παίζαμε/θα παίζατε/θα έπαιζαν, παίζαν(ε)
Subjunctive Present
να παίζω/να παίζεις/να παίζει/ να παίζουμε/να παίζετε/να παίζουν(ε)
Subjunctive Aorist
να παίξω/να παίξεις/να παίξει/ να παίξουμε/να παίξετε/να παίξουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω παίξει/να έχεις παίξει/να έχει παίξει/ να έχουμε παίξει/να έχετε παίξει/να έχουν παίξει
Imperative Present
παίζε/παίζετε
Imperative Aorist
παίξε/παίξτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
παίξει
Present Participle
παίζοντας
πίνω , I drink , bere
Present (Ενεστώτας)
πίνω/πίνεις/πίνει/ πίνουμε/πίνετε/πίνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έπινα/έπινες/έπινε/ πίναμε/πίνατε/έπιναν, πίναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
ήπια/ήπιες/ήπιε/ ήπιαμε/ήπιατε/ήπιαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πιει/έχεις πιει/έχει πιει/ έχουμε πιει/έχετε πιει/έχουν πιει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πιει/είχες πιει/είχε πιει/ είχαμε πιει/είχατε πιει/είχαν πιει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πίνω/θα πίνεις/θα πίνει/ θα πίνουμε/θα πίνετε/θα πίνουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πιω/θα πιεις/θα πιει/ θα πιούμε/θα πιείτε/θα πιουν, πιούν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πιει/θα έχεις πιει/θα έχει πιει/ θα έχουμε πιει/θα έχετε πιει/θα έχουν πιει
Conditional
θα έπινα/θα έπινες/θα έπινε/ θα πίναμε/θα πίνατε/θα έπιναν, πίναν(ε)
Subjunctive Present
να πίνω/να πίνεις/να πίνει/ να πίνουμε/να πίνετε/να πίνουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πιω/να πιεις/να πιει/ να πιούμε/να πιείτε/να πιουν, πιούν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πιει/να έχεις πιει/να έχει πιει/ να έχουμε πιει/να έχετε πιει/να έχουν πιει
Imperative Present
πίνε/πίνετε
Imperative Aorist
πιες/πιείτε, πιέστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πιει
Present Participle
πίνοντας
παίρνω , I get , prendere
Present (Ενεστώτας)
παίρνω/παίρνεις/παίρνει/ παίρνουμε/παίρνετε/παίρνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έπαιρνα/έπαιρνες/έπαιρνε/ παίρναμε/παίρνατε/έπαιρναν, παίρναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
πήρα/πήρες/πήρε/ πήραμε/πήρατε/πήραν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πάρει/έχεις πάρει/έχει πάρει/ έχουμε πάρει/έχετε πάρει/έχουν πάρει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πάρει/είχες πάρει/είχε πάρει/ είχαμε πάρει/είχατε πάρει/είχαν πάρει/
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα παίρνω/θα παίρνεις/θα παίρνει/ θα παίρνουμε/θα παίρνετε/θα παίρνουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πάρω/θα πάρεις/θα πάρει/ θα πάρουμε/θα πάρετε/θα πάρουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πάρει/θα έχεις πάρει/θα έχει πάρει/ θα έχουμε πάρει/θα έχετε πάρει/θα έχουν πάρει
Conditional
θα έπαιρνα/θα έπαιρνες/θα έπαιρνε/ θα παίρναμε/θα παίρνατε/θα έπαιρναν, παίρναν(ε)
Subjunctive Present
να παίρνω/να παίρνεις/να παίρνει/ να παίρνουμε/να παίρνετε/να παίρνουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πάρω/να πάρεις/να πάρει/ να πάρουμε/να πάρετε/να πάρουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω πάρει/να έχεις πάρει/να έχει πάρει/ να έχουμε πάρει/να έχετε πάρει/να έχουν πάρει
Imperative Present
παίρνε/παίρνετε
Imperative Aorist
πάρε/πάρτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πάρει
Present Participle
παίρνοντας
περιμένω , I wait , aspettare
Present (Ενεστώτας)
περιμένω/περιμένεις/περιμένει/περιμένουμε/περιμένετε/περιμένουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
περίμενα/περίμενες/περίμενε/περιμέναμε/περιμένατε/περίμεναν, περιμέναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
περίμεινα/περίμεινες/περίμεινε/περιμείναμε/περιμείνατε/περίμειναν, περιμείναν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω περιμείνει/έχεις περιμείνει/έχει περιμείνει/έχουμε περιμείνει/έχετε περιμείνει/έχουν περιμείνει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα περιμείνει/είχες περιμείνει/είχε περιμείνει/είχαμε περιμείνει/είχατε περιμείνει/είχαν περιμείνει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα περιμένω/θα περιμένεις/θα περιμένει/θα περιμένουμε/θα περιμένετε/θα περιμένουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα περιμείνω/θα περιμείνεις/θα περιμείνει/θα περιμείνουμε/θα περιμείνετε/θα περιμείνουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω περιμείνει/θα έχεις περιμείνει/θα έχει περιμείνει/θα έχουμε περιμείνει/θα έχετε περιμείνει/θα έχουν περιμείνει
Conditional
θα περίμενα/θα περίμενες/θα περίμενε/θα περιμέναμε/θα περιμένατε/θα περίμεναν, περιμέναν(ε)
Subjunctive Present
να περιμένω/να περιμένεις/να περιμένει/να περιμένουμε/να περιμένετε/να περιμένουν(ε)
Subjunctive Aorist
να περιμείνω/να περιμείνεις/να περιμείνει/να περιμείνουμε/να περιμείνετε/να περιμείνουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω περιμείνει/να έχεις περιμείνει/να έχει περιμείνει/να έχουμε περιμείνει/να έχετε περιμείνει/να έχουν περιμείνει
Imperative Present
περίμενε/περιμένετε
Imperative Aorist
περίμεινε/περιμείνετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
περιμείνει
Present Participle
περιμένοντας
πρέπει , I must , dovere
Present (Ενεστώτας)
πρέπει
Imperfect (Παρατατικός)
έπρεπε
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πρέπει
πάω-πηγαίνω , I go , andare
Present (Ενεστώτας)
πάω, πηγαίνω/πας, πηγαίνεις/πάει, πηγαίνει/πάμε, πηγαίνουμε/πάτε, πηγαίνετε/πάνε, πηγαίνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
πήγαινα/πήγαινες/πήγαινε/πηγαίναμε/πηγαίνατε/πήγαιναν, πηγαίναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
πήγα/πήγες/πήγε/πήγαμε/πήγατε/πήγαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πάει/έχεις πάει/έχει πάει/έχουμε πάει/έχετε πάει/έχουν πάει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πάει/είχες πάει/είχε πάει/είχαμε πάει/είχατε πάει/είχαν πάει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πηγαίνω/θα πηγαίνεις/θα πηγαίνει/θα πηγαίνουμε/θα πηγαίνετε/θα πηγαίνουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πάω/θα πας/θα πάει/θα πάμε/θα πάτε/θα πάνε
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πάει/θα έχεις πάει/θα έχει πάει/ θα έχουμε πάει/θα έχετε πάει/θα έχουν πάει
Conditional
θα πήγαινα/θα πήγαινες/θα πήγαινε/θα πηγαίναμε/θα πηγαίνατε/θα πήγαιναν, πηγαίναν(ε)
Subjunctive Present
να πηγαίνω/να πηγαίνεις/να πηγαίνει/να πηγαίνουμε/να πηγαίνετε/να πηγαίνουν(ε)
Subjunctive Aorist
να πάω/να πας/να πάει/να πάμε/να πάτε/να πάνε
Subjunctive Perfet
να έχω πάει/να έχεις πάει/να έχει πάει/να έχουμε πάει/να έχετε πάει/να έχουν πάει
Imperative Present
πήγαινε/πηγαίνετε
Imperative Aorist
πήγαινε/πηγαίνετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πάει
Present Participle
πηγαίνοντας