Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π-π (πι). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π-π (πι). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Π-π

παίζω , I play , giocare
παίρνω , I get , prendere
παρακαλώ , I please(beg , request)
παρακολουθάω(παρακολουθώ) , I follow , seguire
πάω - πηγαίνω , I go , andare
πεθαίνω , I die , morire
περιμένω , I wait , aspettare
περπατάω(περπατώ) , I walk , camminare
πετάω(πετώ) , I fly , volare
πέφτω , I fall , cadere
πίνω , I drink , bere
πιστεύω , I believe , credere
πλένω , I wash , lavare
πληρώνω , I pay , pagare
πουλάω(πουλώ) , I sell , vendere
πρέπει , I must , dovere
προτιμάω(προτιμώ) , I prefer , preferire

παρακαλώ , I please(beg , request)

Present (Ενεστώτας)
Παρακαλώ/παρακαλείς/παρακαλεί/παρακαλούμε/παρακαλείτε/παρακαλούν
Imperfect (Παρατατικός)
Παρακαλούσα/παρακαλούσες/παρακαλούσε/παρακαλούσαμε/παρακαλούσατε/παρακαλούσαν
Aorist (Αόριστος)
Παρακάλεσα/παρακάλεσες/παρακάλεσε/παρακαλέσαμε/παρακαλέσατε/παρακάλεσαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω παρακαλέσει/έχεις παρακαλέσει /έχει παρακαλέσει /έχουμε παρακαλέσει /έχετε παρακαλέσει /έχουν παρακαλέσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα παρακαλέσει /είχες παρακαλέσει /είχε παρακαλέσει /είχαμε παρακαλέσει /είχατε παρακαλέσει /είχαν παρακαλέσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα παρακαλώ/θα παρακαλείς/θα παρακαλεί/θα παρακαλούμε/θα παρακαλείτε/θα παρακαλούν
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα παρακαλέσω/θα παρακαλέσεις/θα παρακαλέσει/θα παρακαλέσουμε/θα παρακαλέσετε/θα παρακαλέσουν
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω παρακαλέσει/θα έχεις παρακαλέσει /θα έχει παρακαλέσει /θα έχουμε παρακαλέσει /θα έχετε παρακαλέσει /θα έχουν παρακαλέσει
Conditional
θα παρακαλούσα/θα παρακαλούσες/θα παρακαλούσε/θα παρακαλούσαμε/θα παρακαλούσατε/θα παρακαλούσανε
Subjunctive Present
να παρακαλώ/να παρακαλείς/να παρακαλεί/να παρακαλούμε/να παρακαλείτε/να παρακαλούν
Subjunctive Aorist
να παρακαλέσω/να παρακαλέσεις/να παρακαλέσει/να παρακαλέσουμε/να παρακαλέσετε/να παρακαλέσουνε
Subjunctive Perfect
να έχω παρακαλέσει/να έχεις παρακαλέσει /να έχει παρακαλέσει /να έχουμε παρακαλέσει /να έχετε παρακαλέσει /να έχουν παρακαλέσει
Imperative Present
-/παρακαλείτε
Imperative Aorist
παρακάλεσε/παρακαλέστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
παρακαλέσει
Present Participle
παρακαλώντας
Phrases
Έναν καφέ espresso παρακαλώ.
Παρακαλώ, ησυχία. Εδώ είναι νοσοκομείο.
Σε παρακαλώ να με ακούσεις για τελευταία φορά.
Με παρακαλούσε γονατιστή. Όμως δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Είχαν όλα τελειώσει.

πετάω(πετώ) , I fly , volare , летя

Present (Ενεστώτας)
πετάω, πετώ/πετάς/πετάει, πετά/ πετάμε/πετάτε/πετάνε, πετούν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
πέταγα/πέταγες/πέταγε/ πετάγαμε/πετάγατε/πέταγαν, πετάγανε
Aorist (Αόριστος)
πέταξα/πέταξες/πέταξε/ πετάξαμε/πετάξατε/πέταξαν, πετάξαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω πετάξει/έχεις πετάξει/έχει πετάξει/ έχουμε πετάξει/έχετε πετάξει/έχουν πετάξει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα πετάξει/είχες πετάξει/είχε πετάξει/ είχαμε πετάξει/είχατε πετάξει/είχαν πετάξει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα πετάω, πετώ/θα πετάς/θα πετάει, πετά/ θα πετάμε/θα πετάτε/θα πετάν(ε), πετούν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα πετάξω/θα πετάξεις/θα πετάξει/ θα πετάξουμε/θα πετάξετε/θα πετάξουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω πετάξει/θα έχεις πετάξει/θα έχει πετάξει/ θα έχουμε πετάξει/θα έχετε πετάξει/θα έχουν πετάξει
Conditional
θα πέταγα/θα πέταγες/θα πέταγε/ θα πετάγαμε/θα πετάγατε/θα πέταγαν, πετάγαν(ε)
Subjunctive Present
να πετάω, πετώ/να πετάς/να πετάει, πετά/ να πετάμε/να πετάτε/να πετάνε, πετούν(ε)
Subjunctive Aorist
να πετάξω/να πετάξεις/να πετάξει/ να πετάξουμε/να πετάξετε/να πετάξουν
Subjunctive Perfect
να έχω πετάξει/να έχεις πετάξει/να έχει πετάξει/ να έχουμε πετάξει/να έχετε πετάξει/να έχουν πετάξει
Imperative Present
πέτα/πετάτε
Imperative Aorist
πέταξε/πετάξτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
πετάξει
Present Participle
πετώντας

πέφτω , I fall , cadere

Present (Ενεστώτας)

πέφτω/πέφτεις/πέφτει/ πέφτουμε/πέφτετε/πέφτουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έπεφτα/έπεφτες/έπεφτε/ πέφταμε/πέφτατε/έπεφταν

Aorist (Αόριστος)

έπεσα/έπεσες/έπεσε/ πέσαμε/πέσατε/έπεσαν

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πέσει/έχεις πέσει/έχει πέσει/ έχουμε πέσει/έχετε πέσει/έχουν πέσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πέσει/είχες πέσει/είχε πέσει/ είχαμε πέσει/είχατε πέσει/είχαν πέσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πέφτω/θα πέφτεις/θα πέφτει/ θα πέφτουμε/θα πέφτετε/θα πέφτουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πέσω/θα πέσεις/θα πέσει/ θα πέσουμε/θα πέσετε/θα πέσουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πέσει/θα έχεις πέσει/θα έχει πέσει/ θα έχουμε πέσει/θα έχετε πέσει/θα έχουν πέσει

Conditional

θα έπεφτα/θα έπεφτες/θα έπεφτε/ θα πέφταμε/θα πέφτατε/θα έπεφταν

Subjunctive Present

να πέφτω/να πέφτεις/να πέφτει/ να πέφτουμε/να πέφτετε/να πέφτουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πέσω/να πέσεις/να πέσει/ να πέσουμε/να πέσετε/να πέσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πέσει/να έχεις πέσει/να έχει πέσει/ να έχουμε πέσει/να έχετε πέσει/να έχουν πέσει

Imperative Present

πέφτε/πέφτετε

Imperative Aorist

πέσε/πέστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πέσει

Present Participle

πέφτοντας

πλένω , I wash , lavare

Present (Ενεστώτας)

πλένω/πλένεις/πλένει/ πλένουμε/πλένετε/πλένουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έπλενα/έπλενες/έπλενε/ πλέναμε/πλένατε/έπλεναν

Aorist (Αόριστος)

έπλυνα/έπλυνες/έπλυνε/ πλύναμε/πλύνατε/έπλυναν

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πλύνει/έχεις πλύνει/έχει πλύνει/ έχουμε πλύνει/έχετε πλύνει/έχουν πλύνει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πλύνει/είχες πλύνει/είχε πλύνει/ είχαμε πλύνει/είχατε πλύνει/είχαν πλύνει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πλένω/θα πλένεις/θα πλένει/ θα πλένουμε/θα πλένετε/θα πλένουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πλύνω/θα πλύνεις/θα πλύνει/ θα πλύνουμε/θα πλύνετε/θα πλύνουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πλύνει/θα έχεις πλύνει/θα έχει πλύνει/ θα έχουμε πλύνει/θα έχετε πλύνει/θα έχουν πλύνει

Conditional

θα έπλενα/θα έπλενες/θα έπλενε/ θα πλέναμε/θα πλένατε/θα έπλεναν

Subjunctive Present

να πλένω/να πλένεις/να πλένει/ να πλένουμε/να πλένετε/να πλένουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πλύνω/να πλύνεις/να πλύνει/ να πλύνουμε/να πλύνετε/να πλύνουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πλύνει/να έχεις πλύνει/να έχει πλύνει/ να έχουμε πλύνει/να έχετε πλύνει/να έχουν πλύνει

Imperative Present

πλένε/πλένετε

Imperative Aorist

πλύνε/πλύνετε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πλύνει

Present Participle

πλένοντας

πουλάω(πουλώ) , I sell , vendere

Present (Ενεστώτας)

πουλάω, πουλώ/πουλάς/πουλάει, πουλά/ πουλάμε/πουλάτε/πουλάν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

πουλούσα/πουλούσες/πουλούσε/ πουλούσαμε/πουλούσατε/πουλούσαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

πούλησα/πούλησες/πούλησε/ πουλήσαμε/πουλήσατε/πούλησαν, πουλήσαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πουλήσει/έχεις πουλήσει/έχει πουλήσει/ έχουμε πουλήσει/έχετε πουλήσει/έχουν πουλήσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πουλήσει/είχες πουλήσει/είχε πουλήσει/ είχαμε πουλήσει/είχατε πουλήσει/είχαν πουλήσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πουλάω, πουλώ/θα πουλάς/θα πουλάει, πουλά/ θα πουλάμε/θα πουλάτε/θα πουλάν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πουλήσω/θα πουλήσεις/θα πουλήσει/ θα πουλήσουμε/θα πουλήσετε/θα πουλήσουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πουλήσει/θα έχεις πουλήσει/θα έχει πουλήσει/ θα έχουμε πουλήσει/θα έχετε πουλήσει/θα έχουν πουλήσει

Conditional

θα πουλούσα/θα πουλούσες/θα πουλούσε/ θα πουλούσαμε/θα πουλούσατε/θα πουλούσαν(ε)

Subjunctive Present

να πουλάω, πουλώ/να πουλάς/να πουλάει, πουλά/ να πουλάμε/να πουλάτε/να πουλάν(ε)

Subjunctive Aorist

να πουλήσω/να πουλήσεις/να πουλήσει/ να πουλήσουμε/να πουλήσετε/να πουλήσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πουλήσει/να έχεις πουλήσει/να έχει πουλήσει/ να έχουμε πουλήσει/να έχετε πουλήσει/να έχουν πουλήσει

Imperative Present

πούλα/πουλάτε

Imperative Aorist

πούλησε/πουλήστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πουλήσει

Present Participle

πουλώντας

περπατάω(περπατώ) , I walk , camminare

Present (Ενεστώτας)

περπατάω, περπατώ/περπατάς/περπατάει, περπατά/ περπατάμε/περπατάτε/περπατάν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

περπατούσα/περπατούσες/περπατούσε/ περπατούσαμε/περπατούσατε/περπατούσαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

περπάτησα/περπάτησες/περπάτησε/ περπατήσαμε/περπατήσατε/περπάτησαν, περπατήσαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω περπατήσει/έχεις περπατήσει/έχει περπατήσει/ έχουμε περπατήσει/έχετε περπατήσει/έχουν περπατήσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα περπατήσει/είχες περπατήσει/είχε περπατήσει/ είχαμε περπατήσει/είχατε περπατήσει/είχαν περπατήσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα περπατάω, περπατώ/θα περπατάς/θα περπατάει, περπατά/ θα περπατάμε/θα περπατάτε/θα περπατάν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα περπατήσω/θα περπατήσεις/θα περπατήσει/ θα περπατήσουμε/θα περπατήσετε/θα περπατήσουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω περπατήσει/θα έχεις περπατήσει/θα έχει περπατήσει/ θα έχουμε περπατήσει/θα έχετε περπατήσει/θα έχουν περπατήσει

Conditional

θα περπατούσα/θα περπατούσες/θα περπατούσε/ θα περπατούσαμε/θα περπατούσατε/θα περπατούσαν(ε)

Subjunctive Present

να περπατάω, περπατώ/να περπατάς/να περπατάει, περπατά/ να περπατάμε/να περπατάτε/να περπατάν(ε)

Subjunctive Aorist

να περπατήσω/να περπατήσεις/να περπατήσει/ να περπατήσουμε/να περπατήσετε/να περπατήσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω περπατήσει/να έχεις περπατήσει/να έχει περπατήσει/ να έχουμε περπατήσει/να έχετε περπατήσει/να έχουν περπατήσει

Imperative Present

περπάτα/περπατάτε

Imperative Aorist

περπάτησε/περπατήστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

περπατήσει

Present Participle

περπατώντας

πληρώνω , I pay , pagare

Present (Ενεστώτας)

πληρώνω/πληρώνεις/πληρώνει/ πληρώνουμε/πληρώνετε/πληρώνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

πλήρωνα/πλήρωνες/πλήρωνε/ πληρώναμε/πληρώνατε/πλήρωναν, πληρώναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

πλήρωσα/πλήρωσες/πλήρωσε/ πληρώσαμε/πληρώσατε/πλήρωσαν, πληρώσαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πληρώσει/έχεις πληρώσει/έχει πληρώσει/ έχουμε πληρώσει/έχετε πληρώσει/έχουν πληρώσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πληρώσει/είχες πληρώσει/είχε πληρώσει/ είχαμε πληρώσει/είχατε πληρώσει/είχαν πληρώσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πληρώνω/θα πληρώνεις/θα πληρώνει/ θα πληρώνουμε/θα πληρώνετε/θα πληρώνουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πληρώσω/θα πληρώσεις/θα πληρώσει/ θα πληρώσουμε/θα πληρώσετε/θα πληρώσουν

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πληρώσει/θα έχεις πληρώσει/θα έχει πληρώσει/ θα έχουμε πληρώσει/θα έχετε πληρώσει/θα έχουν πληρώσει

Conditional

θα πλήρωνα/θα πλήρωνες/θα πλήρωνε/ θα πληρώναμε/θα πληρώνατε/θα πλήρωναν, πληρώναν(ε)

Subjunctive Present

να πληρώνω/να πληρώνεις/να πληρώνει/ να πληρώνουμε/να πληρώνετε/να πληρώνουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πληρώσω/να πληρώσεις/να πληρώσει/ να πληρώσουμε/να πληρώσετε/να πληρώσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πληρώσει/να έχεις πληρώσει/να έχει πληρώσει/ να έχουμε πληρώσει/να έχετε πληρώσει/να έχουν πληρώσει

Imperative Present

πλήρωνε/πληρώνετε

Imperative Aorist

πλήρωσε/πληρώστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πληρώσει

Present Participle

πληρώνοντας

πεθαίνω , I die , morire

Present (Ενεστώτας)

πεθαίνω/πεθαίνεις/πεθαίνει/ πεθαίνουμε/πεθαίνετε/πεθαίνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

πέθαινα/πέθαινες/πέθαινε/ πεθαίναμε/πεθαίνατε/πέθαιναν, πεθαίναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

πέθανα/πέθανες/πέθανε/ πεθάναμε/πεθάνατε/πέθαναν, πεθάναν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πεθάνει/έχεις πεθάνει/έχει πεθάνει/ έχουμε πεθάνει/έχετε πεθάνει/έχουν πεθάνει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πεθάνει/είχες πεθάνει/είχε πεθάνει/ είχαμε πεθάνει/είχατε πεθάνει/είχαν πεθάνει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πεθαίνω/θα πεθαίνεις/θα πεθαίνει/ θα πεθαίνουμε/θα πεθαίνετε/θα πεθαίνουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πεθάνω/θα πεθάνεις/θα πεθάνει/ θα πεθάνουμε/θα πεθάνετε/θα πεθάνουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πεθάνει/θα έχεις πεθάνει/θα έχει πεθάνει/ θα έχουμε πεθάνει/θα έχετε πεθάνει/θα έχουν πεθάνει

Conditional

θα πέθαινα/θα πέθαινες/θα πέθαινε/ θα πεθαίναμε/θα πεθαίνατε/θα πέθαιναν, πεθαίναν(ε)

Subjunctive Present

να πεθαίνω/να πεθαίνεις/να πεθαίνει/ να πεθαίνουμε/να πεθαίνετε/να πεθαίνουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πεθάνω/να πεθάνεις/να πεθάνει/ να πεθάνουμε/να πεθάνετε/να πεθάνουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πεθάνει/να έχεις πεθάνει/να έχει πεθάνει/ να έχουμε πεθάνει/να έχετε πεθάνει/να έχουν πεθάνει

Imperative Present

πέθαινε/πεθαίνετε

Imperative Aorist

πέθανε/πεθάνετε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πεθάνει

Present Participle

πεθαίνοντας

παρακολουθάω(παρακολουθώ) , I follow , seguire

Present (Ενεστώτας)

παρακολουθώ, παρακολουθάω/παρακολουθείς/παρακολουθεί/ παρακολουθούμε/παρακολουθείτε/παρακολουθούν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

παρακολουθούσα/παρακολουθούσες/παρακολουθούσε/ παρακολουθούσαμε/παρακολουθούσατε/παρακολουθούσαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

παρακολούθησα/παρακολούθησες/παρακολούθησε/ παρακολουθήσαμε/παρακολουθήσατε/παρακολούθησαν, παρακολουθήσαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω παρακολουθήσει/έχεις παρακολουθήσει/έχει παρακολουθήσει/ έχουμε παρακολουθήσει/έχετε παρακολουθήσει/έχουν παρακολουθήσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα παρακολουθήσει/είχες παρακολουθήσει/είχε παρακολουθήσει/ είχαμε παρακολουθήσει/είχατε παρακολουθήσει/είχαν παρακολουθήσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα παρακολουθώ/θα παρακολουθείς/θα παρακολουθεί/ θα παρακολουθούμε/θα παρακολουθείτε/θα παρακολουθούν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα παρακολουθήσω/θα παρακολουθήσεις/θα παρακολουθήσει/ θα παρακολουθήσουμε/θα παρακολουθήσετε/θα παρακολουθήσουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω παρακολουθήσει/θα έχεις παρακολουθήσει/θα έχει παρακολουθήσει/ θα έχουμε παρακολουθήσει/θα έχετε παρακολουθήσει/θα έχουν παρακολουθήσει

Conditional

θα παρακολουθούσα/θα παρακολουθούσες/θα παρακολουθούσε/ θα παρακολουθούσαμε/θα παρακολουθούσατε/θα παρακολουθούσαν(ε)

Subjunctive Present

να παρακολουθώ/να παρακολουθείς/να παρακολουθεί/ να παρακολουθούμε/να παρακολουθείτε/να παρακολουθούν(ε)

Subjunctive Aorist

να παρακολουθήσω/να παρακολουθήσεις/να παρακολουθήσει/ να παρακολουθήσουμε/να παρακολουθήσετε/να παρακολουθήσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω παρακολουθήσει/να έχεις παρακολουθήσει/να έχει παρακολουθήσει/ να έχουμε παρακολουθήσει/να έχετε παρακολουθήσει/να έχουν παρακολουθήσει

Imperative Present

--/παρακολουθείτε

Imperative Aorist

παρακολούθησε/παρακολουθήστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

παρακολουθήσει

Present Participle

παρακολουθώντας

προτιμάω(προτιμώ) , I prefer , preferire

Present (Ενεστώτας)

προτιμάω, προτιμώ/προτιμάς/προτιμάει, προτιμά/ προτιμάμε/προτιμάτε/προτιμάν(ε), προτιμούν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

προτιμούσα/προτιμούσες/προτιμούσε, προτίμαγε/ προτιμούσαμε/προτιμούσατε/προτιμούσαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

προτίμησα/προτίμησες/προτίμησε/ προτιμήσαμε/προτιμήσατε/προτίμησαν, προτιμήσαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω προτιμήσει/έχεις προτιμήσει/έχει προτιμήσει/ έχουμε προτιμήσει/έχετε προτιμήσει/έχουν προτιμήσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα προτιμήσει/είχες προτιμήσει/είχε προτιμήσει/ είχαμε προτιμήσει/είχατε προτιμήσει/είχαν προτιμήσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα προτιμάω, προτιμώ/θα προτιμάς/θα προτιμάει, προτιμά/ θα προτιμάμε/θα προτιμάτε/θα προτιμάν(ε), προτιμούν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα προτιμήσω/θα προτιμήσεις/θα προτιμήσει/ θα προτιμήσουμε/θα προτιμήσετε/θα προτιμήσουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω προτιμήσει/θα έχεις προτιμήσει/θα έχει προτιμήσει/ θα έχουμε προτιμήσει/θα έχετε προτιμήσει/θα έχουν προτιμήσει

Conditional

θα προτιμούσα/θα προτιμούσες/θα προτιμούσε, προτίμαγε/ θα προτιμούσαμε/θα προτιμούσατε/θα προτιμούσαν(ε)

Subjunctive Present

να προτιμάω, προτιμώ/να προτιμάς/να προτιμάει, προτιμά/ να προτιμάμε/να προτιμάτε/να προτιμάν(ε), προτιμούν(ε)

Subjunctive Aorist

να προτιμήσω/να προτιμήσεις/να προτιμήσει/ να προτιμήσουμε/να προτιμήσετε/να προτιμήσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω προτιμήσει/να έχεις προτιμήσει/να έχει προτιμήσει/ να έχουμε προτιμήσει/να έχετε προτιμήσει/να έχουν προτιμήσει

Imperative Present

προτίμα/προτιμάτε

Imperative Aorist

προτίμησε/προτιμήστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

προτιμήσει

Present Participle

προτιμώντας

πιστεύω , I believe , credere

Present (Ενεστώτας)

πιστεύω/πιστεύεις/πιστεύει/ πιστεύουμε/πιστεύετε/πιστεύουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

πίστευα/πίστευες/πίστευε/ πιστεύαμε/πιστεύατε/πίστευαν, πιστεύαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

πίστεψα/πίστεψες/πίστεψε/ πιστέψαμε/πιστέψατε/πίστεψαν, πιστέψαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πιστέψει/έχεις πιστέψει/έχει πιστέψει/ έχουμε πιστέψει/έχετε πιστέψει/έχουν πιστέψει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πιστέψει/είχες πιστέψει/είχε πιστέψει/ είχαμε πιστέψει/είχατε πιστέψει/είχαν πιστέψει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πιστεύω/θα πιστεύεις/θα πιστεύει/ θα πιστεύουμε/θα πιστεύετε/θα πιστεύουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πιστέψω/θα πιστέψεις/θα πιστέψει/ θα πιστέψουμε/θα πιστέψετε/θα πιστέψουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πιστέψει/θα έχεις πιστέψει/θα έχει πιστέψει/ θα έχουμε πιστέψει/θα έχετε πιστέψει/θα έχουν πιστέψει

Conditional

θα πίστευα/θα πίστευες/θα πίστευε/ θα πιστεύαμε/θα πιστεύατε/θα πίστευαν, πιστεύαν(ε)

Subjunctive Present

να πιστεύω/να πιστεύεις/να πιστεύει/ να πιστεύουμε/να πιστεύετε/να πιστεύουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πιστέψω/να πιστέψεις/να πιστέψει/ να πιστέψουμε/να πιστέψετε/να πιστέψουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πιστέψει/να έχεις πιστέψει/να έχει πιστέψει/ να έχουμε πιστέψει/να έχετε πιστέψει/να έχουν πιστέψει

Imperative Present

πίστευε/πιστεύετε

Imperative Aorist

πίστεψε/πιστέψτε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πιστέψει

Present Participle

πιστεύοντας

παίζω , I play , giocare

Present (Ενεστώτας)

παίζω/παίζεις/παίζει/ παίζουμε/παίζετε/παίζουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έπαιζα/έπαιζες/έπαιζε/ παίζαμε/παίζατε/έπαιζαν, παίζαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

έπαιξα/έπαιξες/έπαιξε/ παίξαμε/παίξατε/έπαιξαν, παίξαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω παίξει/έχεις παίξει/έχει παίξει/ έχουμε παίξει/έχετε παίξει/έχουν παίξει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα παίξει/είχες παίξει/είχε παίξει/ είχαμε παίξει/είχατε παίξει/είχαν παίξει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα παίζω/θα παίζεις/θα παίζει/ θα παίζουμε/θα παίζετε/θα παίζουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα παίξω/θα παίξεις/θα παίξει/ θα παίξουμε/θα παίξετε/θα παίξουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω παίξει/θα έχεις παίξει/θα έχει παίξει/ θα έχουμε παίξει/θα έχετε παίξει/θα έχουν παίξει

Conditional

θα έπαιζα/θα έπαιζες/θα έπαιζε/ θα παίζαμε/θα παίζατε/θα έπαιζαν, παίζαν(ε)

Subjunctive Present

να παίζω/να παίζεις/να παίζει/ να παίζουμε/να παίζετε/να παίζουν(ε)

Subjunctive Aorist

να παίξω/να παίξεις/να παίξει/ να παίξουμε/να παίξετε/να παίξουν(ε)

Subjunctive Perfet

να έχω παίξει/να έχεις παίξει/να έχει παίξει/ να έχουμε παίξει/να έχετε παίξει/να έχουν παίξει

Imperative Present

παίζε/παίζετε

Imperative Aorist

παίξε/παίξτε

Infinitive (Απαρέμφατο)

παίξει

Present Participle

παίζοντας

πίνω , I drink , bere

Present (Ενεστώτας)

πίνω/πίνεις/πίνει/ πίνουμε/πίνετε/πίνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έπινα/έπινες/έπινε/ πίναμε/πίνατε/έπιναν, πίναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

ήπια/ήπιες/ήπιε/ ήπιαμε/ήπιατε/ήπιαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πιει/έχεις πιει/έχει πιει/ έχουμε πιει/έχετε πιει/έχουν πιει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πιει/είχες πιει/είχε πιει/ είχαμε πιει/είχατε πιει/είχαν πιει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πίνω/θα πίνεις/θα πίνει/ θα πίνουμε/θα πίνετε/θα πίνουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πιω/θα πιεις/θα πιει/ θα πιούμε/θα πιείτε/θα πιουν, πιούν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πιει/θα έχεις πιει/θα έχει πιει/ θα έχουμε πιει/θα έχετε πιει/θα έχουν πιει

Conditional

θα έπινα/θα έπινες/θα έπινε/ θα πίναμε/θα πίνατε/θα έπιναν, πίναν(ε)

Subjunctive Present

να πίνω/να πίνεις/να πίνει/ να πίνουμε/να πίνετε/να πίνουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πιω/να πιεις/να πιει/ να πιούμε/να πιείτε/να πιουν, πιούν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πιει/να έχεις πιει/να έχει πιει/ να έχουμε πιει/να έχετε πιει/να έχουν πιει

Imperative Present

πίνε/πίνετε

Imperative Aorist

πιες/πιείτε, πιέστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πιει

Present Participle

πίνοντας

παίρνω , I get , prendere

Present (Ενεστώτας)

παίρνω/παίρνεις/παίρνει/ παίρνουμε/παίρνετε/παίρνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έπαιρνα/έπαιρνες/έπαιρνε/ παίρναμε/παίρνατε/έπαιρναν, παίρναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

πήρα/πήρες/πήρε/ πήραμε/πήρατε/πήραν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πάρει/έχεις πάρει/έχει πάρει/ έχουμε πάρει/έχετε πάρει/έχουν πάρει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πάρει/είχες πάρει/είχε πάρει/ είχαμε πάρει/είχατε πάρει/είχαν πάρει/

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα παίρνω/θα παίρνεις/θα παίρνει/ θα παίρνουμε/θα παίρνετε/θα παίρνουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πάρω/θα πάρεις/θα πάρει/ θα πάρουμε/θα πάρετε/θα πάρουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πάρει/θα έχεις πάρει/θα έχει πάρει/ θα έχουμε πάρει/θα έχετε πάρει/θα έχουν πάρει

Conditional

θα έπαιρνα/θα έπαιρνες/θα έπαιρνε/ θα παίρναμε/θα παίρνατε/θα έπαιρναν, παίρναν(ε)

Subjunctive Present

να παίρνω/να παίρνεις/να παίρνει/ να παίρνουμε/να παίρνετε/να παίρνουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πάρω/να πάρεις/να πάρει/ να πάρουμε/να πάρετε/να πάρουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω πάρει/να έχεις πάρει/να έχει πάρει/ να έχουμε πάρει/να έχετε πάρει/να έχουν πάρει

Imperative Present

παίρνε/παίρνετε

Imperative Aorist

πάρε/πάρτε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πάρει

Present Participle

παίρνοντας

περιμένω , I wait , aspettare

Present (Ενεστώτας)

περιμένω/περιμένεις/περιμένει/περιμένουμε/περιμένετε/περιμένουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

περίμενα/περίμενες/περίμενε/περιμέναμε/περιμένατε/περίμεναν, περιμέναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

περίμεινα/περίμεινες/περίμεινε/περιμείναμε/περιμείνατε/περίμειναν, περιμείναν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω περιμείνει/έχεις περιμείνει/έχει περιμείνει/έχουμε περιμείνει/έχετε περιμείνει/έχουν περιμείνει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα περιμείνει/είχες περιμείνει/είχε περιμείνει/είχαμε περιμείνει/είχατε περιμείνει/είχαν περιμείνει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα περιμένω/θα περιμένεις/θα περιμένει/θα περιμένουμε/θα περιμένετε/θα περιμένουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα περιμείνω/θα περιμείνεις/θα περιμείνει/θα περιμείνουμε/θα περιμείνετε/θα περιμείνουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω περιμείνει/θα έχεις περιμείνει/θα έχει περιμείνει/θα έχουμε περιμείνει/θα έχετε περιμείνει/θα έχουν περιμείνει

Conditional

θα περίμενα/θα περίμενες/θα περίμενε/θα περιμέναμε/θα περιμένατε/θα περίμεναν, περιμέναν(ε)

Subjunctive Present

να περιμένω/να περιμένεις/να περιμένει/να περιμένουμε/να περιμένετε/να περιμένουν(ε)

Subjunctive Aorist

να περιμείνω/να περιμείνεις/να περιμείνει/να περιμείνουμε/να περιμείνετε/να περιμείνουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω περιμείνει/να έχεις περιμείνει/να έχει περιμείνει/να έχουμε περιμείνει/να έχετε περιμείνει/να έχουν περιμείνει

Imperative Present

περίμενε/περιμένετε

Imperative Aorist

περίμεινε/περιμείνετε

Infinitive (Απαρέμφατο)

περιμείνει

Present Participle

περιμένοντας

πρέπει , I must , dovere

Present (Ενεστώτας)

πρέπει

Imperfect (Παρατατικός)

έπρεπε

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πρέπει

πάω-πηγαίνω , I go , andare

Present (Ενεστώτας)

πάω, πηγαίνω/πας, πηγαίνεις/πάει, πηγαίνει/πάμε, πηγαίνουμε/πάτε, πηγαίνετε/πάνε, πηγαίνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

πήγαινα/πήγαινες/πήγαινε/πηγαίναμε/πηγαίνατε/πήγαιναν, πηγαίναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

πήγα/πήγες/πήγε/πήγαμε/πήγατε/πήγαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω πάει/έχεις πάει/έχει πάει/έχουμε πάει/έχετε πάει/έχουν πάει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα πάει/είχες πάει/είχε πάει/είχαμε πάει/είχατε πάει/είχαν πάει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα πηγαίνω/θα πηγαίνεις/θα πηγαίνει/θα πηγαίνουμε/θα πηγαίνετε/θα πηγαίνουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα πάω/θα πας/θα πάει/θα πάμε/θα πάτε/θα πάνε

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω πάει/θα έχεις πάει/θα έχει πάει/ θα έχουμε πάει/θα έχετε πάει/θα έχουν πάει

Conditional

θα πήγαινα/θα πήγαινες/θα πήγαινε/θα πηγαίναμε/θα πηγαίνατε/θα πήγαιναν, πηγαίναν(ε)

Subjunctive Present

να πηγαίνω/να πηγαίνεις/να πηγαίνει/να πηγαίνουμε/να πηγαίνετε/να πηγαίνουν(ε)

Subjunctive Aorist

να πάω/να πας/να πάει/να πάμε/να πάτε/να πάνε

Subjunctive Perfet

να έχω πάει/να έχεις πάει/να έχει πάει/να έχουμε πάει/να έχετε πάει/να έχουν πάει

Imperative Present

πήγαινε/πηγαίνετε

Imperative Aorist

πήγαινε/πηγαίνετε

Infinitive (Απαρέμφατο)

πάει

Present Participle

πηγαίνοντας

You are learning Greek and need help with Greek verbs? The conjugation of Greek verbs isn't longer a problem, thanks to these pages.