find a verb...βρες ένα ρήμα
Μ-μ
μαθαίνω , I learn , imparare
μένω , I remain , rimanere
μεταφράζω , I translate , tradurre
μετρώ(μετράω) , I count , contare
μιλάω-μιλώ , I speak , parlare
μπαίνω , I go in , entrare
μπορώ , I can , potere
μετρώ(μετράω) , I count , contare , броя
Μετράω την πρόοδο μου στα Ελληνικά.
Είναι σοβαρός άνθρωπος. Μετρά η γνώμη του.
μεταφράζω , I translate , tradurre , превеждам
μαγειρεύω , I cook , cuocere
Present (Ενεστώτας)
μαγειρεύω/μαγειρεύεις/μαγειρεύει/ μαγειρεύουμε/μαγειρεύετε/μαγειρεύουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
μαγείρευα/μαγείρευες/μαγείρευε/ μαγειρεύαμε/μαγειρεύατε/μαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
μαγείρεψα/μαγείρεψες/μαγείρεψε/ μαγειρέψαμε/μαγειρέψατε/μαγείρεψαν, μαγειρέψαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μαγειρέψει/έχεις μαγειρέψει/έχει μαγειρέψει/ έχουμε μαγειρέψει/έχετε μαγειρέψει/έχουν μαγειρέψει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μαγειρέψει/είχες μαγειρέψει/είχε μαγειρέψει/ είχαμε μαγειρέψει/είχατε μαγειρέψει/είχαν μαγειρέψει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μαγειρεύω/θα μαγειρεύεις/θα μαγειρεύει/ θα μαγειρεύουμε/θα μαγειρεύετε/θα μαγειρεύουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μαγειρέψω/θα μαγειρέψεις/θα μαγειρέψει/ θα μαγειρέψουμε/θα μαγειρέψετε/θα μαγειρέψουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μαγειρέψει/θα έχεις μαγειρέψει/θα έχει μαγειρέψει/ θα έχουμε μαγειρέψει/θα έχετε μαγειρέψει/θα έχουν μαγειρέψει
Conditional
θα μαγείρευα/θα μαγείρευες/θα μαγείρευε/ θα μαγειρεύαμε/θα μαγειρεύατε/θα μαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε)
Subjunctive Present
να μαγειρεύω/να μαγειρεύεις/να μαγειρεύει/ να μαγειρεύουμε/να μαγειρεύετε/να μαγειρεύουν(ε)
Subjunctive Aorist
να μαγειρέψω/να μαγειρέψεις/να μαγειρέψει/ να μαγειρέψουμε/να μαγειρέψετε/να μαγειρέψουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω μαγειρέψει/να έχεις μαγειρέψει/να έχει μαγειρέψει/ να έχουμε μαγειρέψει/να έχετε μαγειρέψει/να έχουν μαγειρέψει
Imperative Present
μαγείρευε/μαγειρεύετε
Imperative Aorist
μαγείρεψε/μαγειρέψτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μαγειρέψει
Present Participle
μαγειρεύοντας
μιλάω-μιλώ , I speak , parlare
Present (Ενεστώτας)
μιλάω, μιλώ/μιλάς/μιλάει, μιλά/μιλάμε/μιλάτε/μιλάν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
μιλούσα/μιλούσες/μιλούσε/μιλούσαμε/μιλούσατε/μιλούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
μίλησα/μίλησες/μίλησε/μιλήσαμε/μιλήσατε/μίλησαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μιλήσει/έχεις μιλήσει/έχει μιλήσει/έχουμε μιλήσει/έχετε μιλήσει/έχουν μιλήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μιλήσει/είχες μιλήσει/είχε μιλήσει/είχαμε μιλήσει/είχατε μιλήσει/είχαν μιλήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μιλάω, μιλώ/θα μιλάς/θα μιλάει/θα μιλάμε/θα μιλάτε/θα μιλάν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μιλήσω/θα μιλήσεις/θα μιλήσει/θα μιλήσουμε/θα μιλήσετε/θα μιλήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μιλήσει/θα έχεις μιλήσει/θα έχει μιλήσει/θα έχουμε μιλήσει/θα έχετε μιλήσει/θα έχουν μιλήσει
Conditional
θα μιλούσα/θα μιλούσες/θα μιλούσε/θα μιλούσαμε/θα μιλούσατε/θα μιλούσαν(ε)
Subjunctive Present
να μιλάω/να μιλάς/να μιλάει/να μιλάμε/να μιλάτε/να μιλάν(ε)
Subjunctive Aorist
να μιλήσω/να μιλήσεις/να μιλήσει/να μιλήσουμε/να μιλήσετε/να μιλήσουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω μιλήσει/να έχεις μιλήσει/να έχει μιλήσει/να έχουμε μιλήσει/να έχετε μιλήσει/να έχουν μιλήσει
Imperative Present
μίλα/μιλάτε
Imperative Aorist
μίλησε/μιλήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μιλήσει
Present Participle
μιλώντας
μένω , I remain , rimanere
Present (Ενεστώτας)
μένω/μένεις/μένει/μένουμε/μένετε/μένουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έμενα/έμενες/έμενε/μέναμε/μένατε/έμεναν, μέναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
έμεινα/έμεινες/έμεινε/μείναμε/μείνατε/έμειναν, μείναν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μείνει/έχεις μείνει/έχει μείνει/έχουμε μείνει/έχετε μείνει/έχουν μείνει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μείνει/είχες μείνει/είχε μείνει/είχαμε μείνει/είχατε μείνει/είχαν μείνει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μένω/θα μένεις/θα μένει/θα μένουμε/θα μένετε/θα μένουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μείνω/θα μείνεις/θα μείνει/θα μείνουμε/θα μείνετε/θα μείνουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μείνει/θα έχεις μείνει/θα έχει μείνει/θα έχουμε μείνει/θα έχετε μείνει/θα έχουν μείνει
Conditional
θα έμενα/θα έμενες/θα έμενε/θα μέναμε/θα μένατε/θα έμεναν, μέναν(ε)
Subjunctive Present
να μένω/να μένεις/να μένει/να μένουμε/να μένετε/να μένουν(ε)
Subjunctive Aorist
να μείνω/να μείνεις/να μείνει/να μείνουμε/να μείνετε/να μείνουν(ε)
Subjunctive Perfet
να έχω μείνει/να έχεις μείνει/να έχει μείνει/να έχουμε μείνει/να έχετε μείνει/να έχουν μείνει
Imperative Present
μένε/μένετε
Imperative Aorist
μείνε/μείνετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μείνει
Present Participle
μένοντας
μπορώ , I can , potere
Present (Ενεστώτας)
μπορώ/μπορείς/μπορεί/μπορούμε/μπορείτε/μπορούν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
μπορούσα/μπορούσες/μπορούσε/μπορούσαμε/μπορούσατε/μπορούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
μπόρεσα/μπόρεσες/μπόρεσε/μπορέσαμε/μπορέσατε/μπόρεσαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μπορέσει/έχεις μπορέσει/έχει μπορέσει/έχουμε μπορέσει/έχετε μπορέσει/έχουν μπορέσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μπορέσει/είχες μπορέσει/είχε μπορέσει/είχαμε μπορέσει/είχατε μπορέσει/είχαν μπορέσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μπορώ/θα μπορείς/θα μπορεί/θα μπορούμε/θα μπορείτε/θα μπορούνε/
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μπορέσω/θα μπορέσεις/θα μπορέσει/θα μπορέσουμε/θα μπορέσετε/θα μπορέσουνε
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μπορέσει/θα έχεις μπορέσει/θα έχει μπορέσει/θα έχουμε μπορέσει/θα έχετε μπορέσει/θα έχουν μπορέσει
Conditional
θα μπορούσα/θα μπορούσες/θα μπορούσε/θα μπορούσαμε/θα μπορούσατε/θα μπορούσαν(ε)
Subjunctive Present
να μπορώ/να μπορείς/να μπορεί/να μπορούμε/να μπορείτε/να μπορούνε
Subjunctive Aorist
να μπορέσω/να μπορέσεις/να μπορέσει/να μπορέσουμε/να μπορέσετε/να μπορέσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω μπορέσει/να έχεις μπορέσει/να έχει μπορέσει/να έχουμε μπορέσει/να έχετε μπορέσει/να έχουν μπορέσει
Imperative Present
--/μπορείτε
Imperative Aorist
μπόρεσε/μπορέστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μπορέσει
Present Participle
μπορώντας
μαθαίνω , I learn , imparare
Present (Ενεστώτας)
μαθαίνω/μαθαίνεις/μαθαίνει/μαθαίνουμε/μαθαίνετε/μαθαίνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
μάθαινα/μάθαινες/μάθαινε/μαθαίναμε/μαθαίνατε/μάθαιναν, μαθαίναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
έμαθα/έμαθες/έμαθε/μάθαμε/μάθατε/έμαθαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μάθει/έχεις μάθει/έχει μάθει/έχουμε μάθει/έχετε μάθει/έχουν μάθει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μάθει/είχες μάθει/είχε μάθει/είχαμε μάθει/είχατε μάθει/είχαν μάθει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μαθαίνω/θα μαθαίνεις/θα μαθαίνει/θα μαθαίνουμε/θα μαθαίνετε/θα μαθαίνουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μάθω/θα μάθεις/θα μάθει/θα μάθουμε/θα μάθετε/θα μάθουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μάθει/θα έχεις μάθει/θα έχει μάθει/θα έχουμε μάθει/θα έχετε μάθει/θα έχουν μάθει
Conditional
θα μάθαινα/θα μάθαινες/θα μάθαινε/θα μαθαίναμε/θα μαθαίνατε/θα μάθαιναν, μαθαίναν(ε)
Subjunctive Present
να μαθαίνω/να μαθαίνεις/να μαθαίνει/να μαθαίνουμε/να μαθαίνετε/να μαθαίνουν(ε)
Subjunctive Aorist
να μάθω/να μάθεις/να μάθει/να μάθουμε/να μάθετε/να μάθουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω μάθει/να έχεις μάθει/να έχει μάθει/να έχουμε μάθει/να έχετε μάθει/να έχουν μάθει
Imperative Present
μάθαινε/μαθαίνετε
Imperative Aorist
μάθε/μάθετε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μάθει
Present Participle
μαθαίνοντας
μπαίνω , I go in , entrare
Present (Ενεστώτας)
μπαίνω/μπαίνεις/μπαίνει/μπαίνουμε/μπαίνετε/μπαίνουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
έμπαινα/έμπαινες/έμπαινε/μπαίναμε/μπαίνατε/μπαίναν(ε)
Aorist (Αόριστος)
μπήκα/μπήκες/μπήκε/μπήκαμε/μπήκατε/μπήκαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μπει/έχεις μπει/έχει μπει/έχουμε μπει/έχετε μπει/έχουν μπει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μπει/είχες μπει/είχε μπει/είχαμε μπει/είχατε μπει/είχαν μπει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μπαίνω/θα μπαίνεις/θα μπαίνει/θα μπαίνουμε/θα μπαίνετε/θα μπαίνουν
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μπω/θα μπεις/θα μπει/θα μπούμε/θα μπείτε/θα μπουν
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μπει/θα έχεις μπει/θα έχει μπει/θα έχουμε μπει/θα έχετε μπει/θα έχουν μπει
Conditional
θα έμπαινα/θα έμπαινες/θα έμπαινε/θα μπαίναμε/θα μπαίνατε/θα μπαίναν(ε)
Subjunctive Present
να μπαίνω/να μπαίνεις/να μπαίνει/να μπαίνουμε/να μπαίνετε/να μπαίνουν
Subjunctive Aorist
να μπω/να μπεις/να μπει/να μπούμε/να μπείτε/να μπουν
Subjunctive Perfet
να έχω μπει/να έχεις μπει/να έχει μπει/να έχουμε μπει/να έχετε μπει/να έχουν μπει
Imperative Present
μπαίνε/μπαίνετε
Imperative Aorist
μπες/μπείτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μπει
Present Participle
μπαίνοντας