Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ-μ (μι). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ-μ (μι). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μ-μ

μαγειρεύω , I cook , cuocere
μαθαίνω , I learn , imparare
μένω , I remain , rimanere
μεταφράζω , I translate , tradurre
μετρώ(μετράω) , I count , contare
μιλάω-μιλώ , I speak , parlare
μπαίνω , I go in , entrare
μπορώ , I can , potere

μετρώ(μετράω) , I count , contare , броя

Present (Ενεστώτας)
Μετρώ(ή μετράω)/μετράς/μετρά/μετράμε/μετράτε/μετράνε(ή μετράν)
Imperfect (Παρατατικός)
μετρούσα/μετρούσες/μετρούσε/μετρούσαμε/μετρούσατε/μετρούσαν
Aorist (Αόριστος)
μέτρησα/μέτρησες/μέτρησε/μετρήσαμε/μετρήσατε/μετρήσανε(ή μέτρησαν)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μετρήσει/έχεις μετρήσει/έχει μετρήσει/έχουμε μετρήσει/έχετε μετρήσει/έχουν μετρήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μετρήσει/είχες μετρήσει/είχε μετρήσει/είχαμε μετρήσει/είχατε μετρήσει/είχαν μετρήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μετρώ/θα μετράς/θα μετρά/θα μετράμε/θα μετράτε/θα μετράνε
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μετρήσω/θα μετρήσεις/θα μετρήσει/θα μετρήσουμε/θα μετρήσετε/θα μετρήσουν
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μετρήσει/θα έχεις μετρήσει/θα έχει μετρήσει/θα έχουμε μετρήσει/θα έχετε μετρήσει/θα έχουν μετρήσει
Conditional
θα μετρούσα/θα μετρούσες/θα μετρούσε/θα μετρούσαμε/θα μετρούσατε/θα μετρούσανε
Subjunctive Present
να μετρώ/να μετράς/να μετρά/να μετράμε/να μετράτε/να μετράνε
Subjunctive Aorist
να μετρήσω/να μετρήσεις/να μετρήσει/να μετρήσουμε/να μετρήσετε/να μετρήσουν
Subjunctive Perfect
να έχω μετρήσει/να έχεις μετρήσει/να έχει μετρήσει/να έχουμε μετρήσει/να έχετε μετρήσει/να έχουν μετρήσει
Imperative Present
μέτρα/μετράτε
Imperative Aorist
μέτρησε/μετρήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μετρήσει
Present Participle
μετρώντας
Phrases
Μετρώ μέχρι το δέκα. Ένα δύο τρία … δέκα.
Μετράω την πρόοδο μου στα Ελληνικά.
Είναι σοβαρός άνθρωπος. Μετρά η γνώμη του.

μεταφράζω , I translate , tradurre , превеждам

Present (Ενεστώτας)
μεταφράζω/μεταφράζεις/μεταφράζει/ μεταφράζουμε/μεταφράζετε/μεταφράζουν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
μετάφραζα/μετάφραζες/μετάφραζε/ μεταφράζαμε/μεταφράζατε/μετάφραζαν, μεταφράζαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
μετάφρασα/μετάφρασες/μετάφρασε/ μεταφράσαμε/μεταφράσατε/μετάφρασαν, μεταφράσαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω μεταφράσει/έχεις μεταφράσει/έχει μεταφράσει/ έχουμε μεταφράσει/έχετε μεταφράσει/έχουν μεταφράσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα μεταφράσει/είχες μεταφράσει/είχε μεταφράσει/ είχαμε μεταφράσει/είχατε μεταφράσει/είχαν μεταφράσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα μεταφράζω/θα μεταφράζεις/θα μεταφράζει/ θα μεταφράζουμε/θα μεταφράζετε/θα μεταφράζουν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα μεταφράσω/θα μεταφράσεις/θα μεταφράσει/ θα μεταφράσουμε/θα μεταφράσετε/θα μεταφράσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω μεταφράσει/θα έχεις μεταφράσει/θα έχει μεταφράσει/ θα έχουμε μεταφράσει/θα έχετε μεταφράσει/θα έχουν μεταφράσει
Conditional
θα μετάφραζα/θα μετάφραζες/θα μετάφραζε/ θα μεταφράζαμε/θα μεταφράζατε/θα μετάφραζαν, μεταφράζαν(ε)
Subjunctive Present
να μεταφράζω/να μεταφράζεις/να μεταφράζει/ να μεταφράζουμε/να μεταφράζετε/να μεταφράζουν(ε)
Subjunctive Aorist
να μεταφράσω/να μεταφράσεις/να μεταφράσει/ να μεταφράσουμε/να μεταφράσετε/να μεταφράσουν
Subjunctive Perfect
να έχω μεταφράσει/να έχεις μεταφράσει/να έχει μεταφράσει/ να έχουμε μεταφράσει/να έχετε μεταφράσει/να έχουν μεταφράσει
Imperative Present
μετάφραζε/μεταφράζετε
Imperative Aorist
μετέφρασε/μεταφράστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
μεταφράσει
Present Participle
μεταφράζοντας

μαγειρεύω , I cook , cuocere

Present (Ενεστώτας)

μαγειρεύω/μαγειρεύεις/μαγειρεύει/ μαγειρεύουμε/μαγειρεύετε/μαγειρεύουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

μαγείρευα/μαγείρευες/μαγείρευε/ μαγειρεύαμε/μαγειρεύατε/μαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

μαγείρεψα/μαγείρεψες/μαγείρεψε/ μαγειρέψαμε/μαγειρέψατε/μαγείρεψαν, μαγειρέψαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω μαγειρέψει/έχεις μαγειρέψει/έχει μαγειρέψει/ έχουμε μαγειρέψει/έχετε μαγειρέψει/έχουν μαγειρέψει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα μαγειρέψει/είχες μαγειρέψει/είχε μαγειρέψει/ είχαμε μαγειρέψει/είχατε μαγειρέψει/είχαν μαγειρέψει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα μαγειρεύω/θα μαγειρεύεις/θα μαγειρεύει/ θα μαγειρεύουμε/θα μαγειρεύετε/θα μαγειρεύουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα μαγειρέψω/θα μαγειρέψεις/θα μαγειρέψει/ θα μαγειρέψουμε/θα μαγειρέψετε/θα μαγειρέψουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω μαγειρέψει/θα έχεις μαγειρέψει/θα έχει μαγειρέψει/ θα έχουμε μαγειρέψει/θα έχετε μαγειρέψει/θα έχουν μαγειρέψει

Conditional

θα μαγείρευα/θα μαγείρευες/θα μαγείρευε/ θα μαγειρεύαμε/θα μαγειρεύατε/θα μαγείρευαν, μαγειρεύαν(ε)

Subjunctive Present

να μαγειρεύω/να μαγειρεύεις/να μαγειρεύει/ να μαγειρεύουμε/να μαγειρεύετε/να μαγειρεύουν(ε)

Subjunctive Aorist

να μαγειρέψω/να μαγειρέψεις/να μαγειρέψει/ να μαγειρέψουμε/να μαγειρέψετε/να μαγειρέψουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω μαγειρέψει/να έχεις μαγειρέψει/να έχει μαγειρέψει/ να έχουμε μαγειρέψει/να έχετε μαγειρέψει/να έχουν μαγειρέψει

Imperative Present

μαγείρευε/μαγειρεύετε

Imperative Aorist

μαγείρεψε/μαγειρέψτε

Infinitive (Απαρέμφατο)

μαγειρέψει

Present Participle

μαγειρεύοντας

μιλάω-μιλώ , I speak , parlare

Present (Ενεστώτας)

μιλάω, μιλώ/μιλάς/μιλάει, μιλά/μιλάμε/μιλάτε/μιλάν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

μιλούσα/μιλούσες/μιλούσε/μιλούσαμε/μιλούσατε/μιλούσαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

μίλησα/μίλησες/μίλησε/μιλήσαμε/μιλήσατε/μίλησαν

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω μιλήσει/έχεις μιλήσει/έχει μιλήσει/έχουμε μιλήσει/έχετε μιλήσει/έχουν μιλήσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα μιλήσει/είχες μιλήσει/είχε μιλήσει/είχαμε μιλήσει/είχατε μιλήσει/είχαν μιλήσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα μιλάω, μιλώ/θα μιλάς/θα μιλάει/θα μιλάμε/θα μιλάτε/θα μιλάν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα μιλήσω/θα μιλήσεις/θα μιλήσει/θα μιλήσουμε/θα μιλήσετε/θα μιλήσουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω μιλήσει/θα έχεις μιλήσει/θα έχει μιλήσει/θα έχουμε μιλήσει/θα έχετε μιλήσει/θα έχουν μιλήσει

Conditional

θα μιλούσα/θα μιλούσες/θα μιλούσε/θα μιλούσαμε/θα μιλούσατε/θα μιλούσαν(ε)

Subjunctive Present

να μιλάω/να μιλάς/να μιλάει/να μιλάμε/να μιλάτε/να μιλάν(ε)

Subjunctive Aorist

να μιλήσω/να μιλήσεις/να μιλήσει/να μιλήσουμε/να μιλήσετε/να μιλήσουν(ε)

Subjunctive Perfet

να έχω μιλήσει/να έχεις μιλήσει/να έχει μιλήσει/να έχουμε μιλήσει/να έχετε μιλήσει/να έχουν μιλήσει

Imperative Present

μίλα/μιλάτε

Imperative Aorist

μίλησε/μιλήστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

μιλήσει

Present Participle

μιλώντας

μένω , I remain , rimanere

Present (Ενεστώτας)

μένω/μένεις/μένει/μένουμε/μένετε/μένουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έμενα/έμενες/έμενε/μέναμε/μένατε/έμεναν, μέναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

έμεινα/έμεινες/έμεινε/μείναμε/μείνατε/έμειναν, μείναν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω μείνει/έχεις μείνει/έχει μείνει/έχουμε μείνει/έχετε μείνει/έχουν μείνει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα μείνει/είχες μείνει/είχε μείνει/είχαμε μείνει/είχατε μείνει/είχαν μείνει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα μένω/θα μένεις/θα μένει/θα μένουμε/θα μένετε/θα μένουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα μείνω/θα μείνεις/θα μείνει/θα μείνουμε/θα μείνετε/θα μείνουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω μείνει/θα έχεις μείνει/θα έχει μείνει/θα έχουμε μείνει/θα έχετε μείνει/θα έχουν μείνει

Conditional

θα έμενα/θα έμενες/θα έμενε/θα μέναμε/θα μένατε/θα έμεναν, μέναν(ε)

Subjunctive Present

να μένω/να μένεις/να μένει/να μένουμε/να μένετε/να μένουν(ε)

Subjunctive Aorist

να μείνω/να μείνεις/να μείνει/να μείνουμε/να μείνετε/να μείνουν(ε)

Subjunctive Perfet

να έχω μείνει/να έχεις μείνει/να έχει μείνει/να έχουμε μείνει/να έχετε μείνει/να έχουν μείνει

Imperative Present

μένε/μένετε

Imperative Aorist

μείνε/μείνετε

Infinitive (Απαρέμφατο)

μείνει

Present Participle

μένοντας

μπορώ , I can , potere

Present (Ενεστώτας)

μπορώ/μπορείς/μπορεί/μπορούμε/μπορείτε/μπορούν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

μπορούσα/μπορούσες/μπορούσε/μπορούσαμε/μπορούσατε/μπορούσαν(ε)

Aorist (Αόριστος)

μπόρεσα/μπόρεσες/μπόρεσε/μπορέσαμε/μπορέσατε/μπόρεσαν

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω μπορέσει/έχεις μπορέσει/έχει μπορέσει/έχουμε μπορέσει/έχετε μπορέσει/έχουν μπορέσει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα μπορέσει/είχες μπορέσει/είχε μπορέσει/είχαμε μπορέσει/είχατε μπορέσει/είχαν μπορέσει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα μπορώ/θα μπορείς/θα μπορεί/θα μπορούμε/θα μπορείτε/θα μπορούνε/

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα μπορέσω/θα μπορέσεις/θα μπορέσει/θα μπορέσουμε/θα μπορέσετε/θα μπορέσουνε

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω μπορέσει/θα έχεις μπορέσει/θα έχει μπορέσει/θα έχουμε μπορέσει/θα έχετε μπορέσει/θα έχουν μπορέσει

Conditional

θα μπορούσα/θα μπορούσες/θα μπορούσε/θα μπορούσαμε/θα μπορούσατε/θα μπορούσαν(ε)

Subjunctive Present

να μπορώ/να μπορείς/να μπορεί/να μπορούμε/να μπορείτε/να μπορούνε

Subjunctive Aorist

να μπορέσω/να μπορέσεις/να μπορέσει/να μπορέσουμε/να μπορέσετε/να μπορέσουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω μπορέσει/να έχεις μπορέσει/να έχει μπορέσει/να έχουμε μπορέσει/να έχετε μπορέσει/να έχουν μπορέσει

Imperative Present

--/μπορείτε

Imperative Aorist

μπόρεσε/μπορέστε

Infinitive (Απαρέμφατο)

μπορέσει

Present Participle

μπορώντας

μαθαίνω , I learn , imparare

Present (Ενεστώτας)

μαθαίνω/μαθαίνεις/μαθαίνει/μαθαίνουμε/μαθαίνετε/μαθαίνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

μάθαινα/μάθαινες/μάθαινε/μαθαίναμε/μαθαίνατε/μάθαιναν, μαθαίναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

έμαθα/έμαθες/έμαθε/μάθαμε/μάθατε/έμαθαν

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω μάθει/έχεις μάθει/έχει μάθει/έχουμε μάθει/έχετε μάθει/έχουν μάθει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα μάθει/είχες μάθει/είχε μάθει/είχαμε μάθει/είχατε μάθει/είχαν μάθει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα μαθαίνω/θα μαθαίνεις/θα μαθαίνει/θα μαθαίνουμε/θα μαθαίνετε/θα μαθαίνουν(ε)

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα μάθω/θα μάθεις/θα μάθει/θα μάθουμε/θα μάθετε/θα μάθουν(ε)

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω μάθει/θα έχεις μάθει/θα έχει μάθει/θα έχουμε μάθει/θα έχετε μάθει/θα έχουν μάθει

Conditional

θα μάθαινα/θα μάθαινες/θα μάθαινε/θα μαθαίναμε/θα μαθαίνατε/θα μάθαιναν, μαθαίναν(ε)

Subjunctive Present

να μαθαίνω/να μαθαίνεις/να μαθαίνει/να μαθαίνουμε/να μαθαίνετε/να μαθαίνουν(ε)

Subjunctive Aorist

να μάθω/να μάθεις/να μάθει/να μάθουμε/να μάθετε/να μάθουν(ε)

Subjunctive Perfect

να έχω μάθει/να έχεις μάθει/να έχει μάθει/να έχουμε μάθει/να έχετε μάθει/να έχουν μάθει

Imperative Present

μάθαινε/μαθαίνετε

Imperative Aorist

μάθε/μάθετε

Infinitive (Απαρέμφατο)

μάθει

Present Participle

μαθαίνοντας

μπαίνω , I go in , entrare

Present (Ενεστώτας)

μπαίνω/μπαίνεις/μπαίνει/μπαίνουμε/μπαίνετε/μπαίνουν(ε)

Imperfect (Παρατατικός)

έμπαινα/έμπαινες/έμπαινε/μπαίναμε/μπαίνατε/μπαίναν(ε)

Aorist (Αόριστος)

μπήκα/μπήκες/μπήκε/μπήκαμε/μπήκατε/μπήκαν(ε)

Present Perfect (Παρακείμενος)

έχω μπει/έχεις μπει/έχει μπει/έχουμε μπει/έχετε μπει/έχουν μπει

Pluperfect (Υπερσυντέλικος)

είχα μπει/είχες μπει/είχε μπει/είχαμε μπει/είχατε μπει/είχαν μπει

Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)

θα μπαίνω/θα μπαίνεις/θα μπαίνει/θα μπαίνουμε/θα μπαίνετε/θα μπαίνουν

Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)

θα μπω/θα μπεις/θα μπει/θα μπούμε/θα μπείτε/θα μπουν

Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)

θα έχω μπει/θα έχεις μπει/θα έχει μπει/θα έχουμε μπει/θα έχετε μπει/θα έχουν μπει

Conditional

θα έμπαινα/θα έμπαινες/θα έμπαινε/θα μπαίναμε/θα μπαίνατε/θα μπαίναν(ε)

Subjunctive Present

να μπαίνω/να μπαίνεις/να μπαίνει/να μπαίνουμε/να μπαίνετε/να μπαίνουν

Subjunctive Aorist

να μπω/να μπεις/να μπει/να μπούμε/να μπείτε/να μπουν

Subjunctive Perfet

να έχω μπει/να έχεις μπει/να έχει μπει/να έχουμε μπει/να έχετε μπει/να έχουν μπει

Imperative Present

μπαίνε/μπαίνετε

Imperative Aorist

μπες/μπείτε

Infinitive (Απαρέμφατο)

μπει

Present Participle

μπαίνοντας

You are learning Greek and need help with Greek verbs? The conjugation of Greek verbs isn't longer a problem, thanks to these pages.