find a verb...βρες ένα ρήμα
σπάζω(σπάω) , I break , rompere ,
συναντάω(συναντώ) , I meet , incontrare
Present (Ενεστώτας)
συναντάω, συναντώ/συναντάς/συναντάει, συναντά/ συναντάμε/συναντάτε/συναντάν(ε), συναντούν(ε)
Imperfect (Παρατατικός)
συναντούσα/συναντούσες/συναντούσε/ συναντούσαμε/συναντούσατε/συναντούσαν(ε)
Aorist (Αόριστος)
συνάντησα/συνάντησες/συνάντησε/ συναντήσαμε/συναντήσατε/συνάντησαν
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω συναντήσει/έχεις συναντήσει/έχει συναντήσει/ έχουμε συναντήσει/έχετε συναντήσει/έχουν συναντήσει
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα συναντήσει/είχες συναντήσει/είχε συναντήσει/ είχαμε συναντήσει/είχατε συναντήσει/είχαν συναντήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα συναντάω, συναντώ/θα συναντάς/θα συναντάει, συναντά/ θα συναντάμε/θα συναντάτε/θα συναντάν(ε)
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα συναντήσω/θα συναντήσεις/θα συναντήσει/ θα συναντήσουμε/θα συναντήσετε/θα συναντήσουν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω συναντήσει/θα έχεις συναντήσει/θα έχει συναντήσει/ θα έχουμε συναντήσει/θα έχετε συναντήσει/θα έχουν συναντήσει
Conditional
θα συναντούσα/θα συναντούσες/θα συναντούσε/ θα συναντούσαμε/θα συναντούσατε/θα συναντούσαν(ε)
Subjunctive Present
να συναντάω, συναντώ/να συναντάς/να συναντάει, συναντά/ να συναντάμε/να συναντάτε/να συναντάν(ε), συναντούν(ε)
Subjunctive Aorist
να συναντήσω/να συναντήσεις/να συναντήσει/ να συναντήσουμε/να συναντήσετε/να συναντήσουν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω συναντήσει/να έχεις συναντήσει/να έχει συναντήσει/ να έχουμε συναντήσει/να έχετε συναντήσει/να έχουν συναντήσει
Imperative Present
συνάντα/συναντάτε
Imperative Aorist
συνάντησε/συναντήστε
Infinitive (Απαρέμφατο)
συναντήσει
Present Participle
συναντώντας
σκέφτομαι , I think , pensare
Present (Ενεστώτας)
σκέφτομαι/σκέφτεσαι/σκέφτεται/ σκεφτόμαστε/σκέφτεστε, σκεφτόσαστε/σκέφτονται
Imperfect (Παρατατικός)
σκεφτόμουν(α)/σκεφτόσουν(α)/σκεφτόταν(ε)/ σκεφτόμασταν/ σκεφτόσασταν/σκέφτονταν, σκεφτόντανε
Aorist (Αόριστος)
σκέφτηκα/σκέφτηκες/σκέφτηκε/ σκεφτήκαμε/σκεφτήκατε/σκέφτηκαν, σκεφτήκαν(ε)
Present Perfect (Παρακείμενος)
έχω σκεφτεί/έχεις σκεφτεί/έχει σκεφτεί/ έχουμε σκεφτεί/έχετε σκεφτεί/έχουν σκεφτεί
Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
είχα σκεφτεί/είχες σκεφτεί/είχε σκεφτεί/ είχαμε σκεφτεί/είχατε σκεφτεί/είχαν σκεφτεί
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)
θα σκέφτομαι/θα σκέφτεσαι/θα σκέφτεται/ θα σκεφτόμαστε/θα σκέφτεστε, σκεφτόσαστε/θα σκέφτονται
Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)
θα σκεφτώ/θα σκεφτείς/θα σκεφτεί/ θα σκεφτούμε/θα σκεφτείτε/θα σκεφτούν(ε)
Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)
θα έχω σκεφτεί/θα έχεις σκεφτεί/θα έχει σκεφτεί/ θα έχουμε σκεφτεί/θα έχετε σκεφτεί/θα έχουν σκεφτεί
Conditional
θα σκεφτόμουν(α)/θα σκεφτόσουν(α)/θα σκεφτόταν(ε)/ θα σκεφτόμασταν/ θα σκεφτόσασταν/θα σκέφτονταν, σκεφτόντανε
Subjunctive Present
να σκέφτομαι/να σκέφτεσαι/να σκέφτεται/ να σκεφτόμαστε/να σκέφτεστε, σκεφτόσαστε/να σκέφτονται
Subjunctive Aorist
να σκεφτώ/να σκεφτείς/να σκεφτεί/ να σκεφτούμε/να σκεφτείτε/να σκεφτούν(ε)
Subjunctive Perfect
να έχω σκεφτεί/να έχεις σκεφτεί/να έχει σκεφτεί/ να έχουμε σκεφτεί/να έχετε σκεφτεί/να έχουν σκεφτεί
Imperative Present
--/ σκέφτεστε
Imperative Aorist
σκέψου/σκεφτείτε
Infinitive (Απαρέμφατο)
σκεφτεί